Οι εταιρείες που επωφελήθηκαν περισσότερο από την κρίση του κορoνοϊού, κυρίως λόγω της πρώτης θέσης που κατείχαν στη δημιουργία/ανάπτυξη του εμβολίου, είναι σύμφωνα με τη ραγδαία αύξηση των τιμών τους η BioNtech (+ 531.48%) και η Moderna (+ 1018.11%).

Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται η AstraZeneca (12.60%) και η Pfizer (+ 5.33%), όπου η αγορά έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις της πανδημίας μόνο ελάχιστα στην αποτίμησή της, όπως εξηγεί στην ανάλυσή της η CapitalPanda. Οι πωλήσεις των Moderna και BioNTech έχουν αυξηθεί ραγδαία στο πρώτο τρίμηνο του έτους, όμως ενδέχεται να υπάρξει έντονη μείωση τα επόμενα ένα ή δύο έτη, καθώς η ζήτηση για το εμβόλιο της COVID-19 μειώνεται.

Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς των εταιρειών προμηνύει εν μέρει ότι μετά την αντιμετώπιση του κορoνοϊού, οι εταιρείες θα αξιοποιήσουν και άλλα φάρμακα στο χαρτοφυλάκιό τους. Περιέργως, ενώ για την αγορά η Pfizer θεωρείται βασική εταιρεία για την παραγωγή του εμβολίου κατά της COVID με την μέθοδο mRNA, τελικά αυτό είχε σχεδόν μηδενική επίδραση στην τιμή της μετοχής της. Αν επρόκειτο για ένα φάρμακο κατά του καρκίνου της Pfizer/BioNTech, θα υπήρχε σημαντική αύξηση στην τιμή της μετοχής της Pfizer.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) έχει εγκρίνει τα εμβόλια των Moderna, Pfizer/BioNtech και της κοινοπραξίας AstraZeneca/Oxford University για χρήση έκτακτης ανάγκης και είναι ασφαλή και αποτελεσματικά με βάση τα δεδομένα από εκτεταμένες κλινικές δοκιμές. Ωστόσο, πολλές από τις ασθένειες που στοχεύουν στα εργαστήριά τους τα mRNAs είναι πιθανό να χρειαστεί να υποβληθούν σε πολύ μεγαλύτερη διαδικασία επεξεργασίας στο μέλλον για να μπορέσουν να εγκριθούν. Ως εκ τούτου, με εξαίρεση την Pfizer, όλες οι εταιρείες εμβολίων mRNA θα μπορούσαν να θεωρηθούν κερδοσκοπικές. Αν και ορισμένες ευεργετικές πτυχές της τεχνολογίας mRNA έχουν αποδειχθεί με την COVID-19, δεν είναι απαραίτητο ότι πολλές άλλες πτυχές της τεχνολογίας mRNA έχουν αποδειχθεί επιτυχημένες σε πιο περίπλoκες ασθένειες όπως ο HIV ή ο καρκίνος.