Την έλλειψη τεχνικών επικοινωνίας στην υγεία, ώστε να μπορέσουν οι επιστήμονες και οι πολιτικοί να περάσουν τα σωστά μηνύματα σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμού, επεσήμανε η Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος Ινστιτούτου Προληπτικής, Περιβαλλοντολογικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis, Αθηνά Λινού, μιλώντας στο συνέδριο The Future of Healthcare in Greece. Η κ. Λινού σχολίασε ότι δυστυχώς οι επιστήμονες θεώρησαν ότι «τα ξέρουν όλα», και οι πολιτικοί ότι «μπορούν να τα αλλάξουν όλα», χωρίς να θυμηθούν το κλασικό παράδειγμα του καπνίσματος, που ήταν καθοριστικό για την αποτυχία της επιστήμης και της πολιτικής να περάσουν αποτελεσματικά το μήνυμα στον πληθυσμό.

Τόνισε επίσης ότι πανδημία μας έμαθε ότι η επίλυση τέτοιου είδους υγειονομικών κρίσεων είναι κοινωνική ευθύνη και ότι η έκβαση τους εξαρτάται κατά πολύ από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. «Μας βοήθησε πολύ η τεχνολογία και αποδείξαμε ότι μπορούμε να την αξιοποιήσουμε πολύ γρήγορα μέσω της τηλεϊατρικής, τηλεκπαίδευσης κλπ» είπε η κ. Λινού, υπογραμμίζοντας ωστόσο, ότι «αυτό που δεν καταλάβαμε είναι το θέμα της ανάγκης για αλληλεγγύη και για επίλυση των ανισοτήτων», πρόσθεσε φέρνοντας ως παράδειγμα την τηλεκπαίδευση, στην οποία δεν είχε πρόσβαση ένα μεγάλο ποσοστό οικονομικά ασθενέστερων ομάδων.

Η κ. Λινού, κάνοντας μια αποτίμηση για τα πεπραγμένα διαφορετικών συστημάτων υγείας για τη διαχείριση της πανδημίας, επεσήμανε ότι κάποια συστήματα έκαναν ελάχιστα για τη δημόσια υγεία, διαχειριζόμενα απλώς τις υγειονομικές συνέπειες της πανδημίας, ενώ άλλα είναι περισσότερα κοινωνιο-κεντρικά, προσθέτοντας ότι στα δεύτερα θα πρέπει να βασιστούμε στο μέλλον.

Ανέφερε ότι οι πανδημίες θα αυξηθούν στο μέλλον, σε συχνότητα και απαιτούν ταχεία αντίδραση.  Τα κλασικά παραδείγματα γρήγορης αντιμετώπισης είναι η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, που επιπλέον είχαν θέσει ως κύριο θέμα της ψυχική υγεία των παιδιών, των ηλικιωμένων, των εργαζομένων κ.ά., την ίδια στιγμή που άλλα συστήματα έχουν αγνοήσει παντελώς τις επιπτώσεις σε χρόνια νοσήματα, καθώς και στην ψυχική υγεία.

Όπως επεσήμανε: «Τα νέα προβλήματα δεν λύνονται με παλιές μεθόδους και οι πανδημίες δεν αντιμετωπίζονται μόνο με κλινικές μεθόδους. Πρέπει να αποφασίζουμε γρήγορα, ακόμα και χωρίς όλα τα διαθέσιμα evidence-based δεδομένα, αλλά σίγουρα χρειαζόμαστε στοιχεία». Χρειαζόμαστε να χτίσουμε σοβαρά συστήματα ιχνηλάτησης. Επίσης, ο ρόλος των διεθνών οργανισμών πρέπει να αλλάξει, γιατί ο κίνδυνος είναι παγκόσμιος και η λύση πρέπει αντιστοίχως να είναι παγκόσμια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά η άρση των πατεντών, γιατί δεν μπορεί να έχουμε ξεχωριστή λύση για κάθε χώρα, αλλά διεθνείς λύσεις που να καλύπτουν όλες τις χώρες επιδημιολογικά.

Τέλος, ανέφερε ότι πρέπει να αφουγκραστούμε την κοινωνία, για να συνεργαστούμε με όλα τα μέρη της σε κάθε χώρα, τόσο σε επίπεδο πολιτισμικό όσο και σε επίπεδο κοινωνικό, για να αλλάξουμε συμπεριφορές, να επιλύσουμε το θέμα της παρούσας πανδημίας και να αντιμετωπίσουμε την επόμενη. Καταληκτικά, όπως είπε η κ. Λινού: «Να θυμόμαστε ότι η λύση των πανδημιών βρίσκεται στην πρόληψη και όχι στη θεραπεία».