Το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας (ΕΠΙΨΥ), με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών τονίζει οκτώ (8) σημεία σχετικά με τη χρήση παράνομων ουσιών στους έφηβους-μαθητές στην Ελλάδα, έτσι όπως αυτά προκύπτουν από την πιο πρόσφατη «Πανελλήνια έρευνα στο σχολικό πληθυσμό για τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές». Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το ΕΠΙΨΥ:

Η συντριπτική πλειονότητα (84%) των έφηβων-μαθητών στην Ελλάδα δεν έχουν κάνει ποτέ χρήση κάποιας παράνομης ουσίας. Χρήση κάποιας παράνομης ουσίας έχει κάνει ένας στους 6 (16%) μαθητές του Λυκείου―στη συντριπτική πλειονότητα αυτών (15%) κάνναβη. Ένας στους 10 (10%) μαθητές του Λυκείου έχει κάνει χρήση κάνναβης τουλάχιστον 3 φορές σε όλη του τη ζωή. Ένας στους 23 (4,3%) έχει κάνει το ίδιο πολύ πρόσφατα, δηλαδή κατά τη διάρκεια των 30 τελευταίων ημερών. Τα ποσοστά της πολύ πρόσφατης χρήσης κάνναβης είναι σημαντικά υψηλότερα στη Β’ Λυκείου (8%), συγκριτικά με την Α’ Λυκείου (5%) και, ακολούθως, ακόμα υψηλότερα στη Γ’ Λυκείου (11%). H χρήση ουσιών αναφέρεται σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά (σε πολλές περιπτώσεις, διπλάσια) στα αγόρια, συγκριτικά με τα κορίτσια. Οι μαθητές του Λυκείου που κάνουν χρήση κάνναβης είναι σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό από οικογένειες είτε με αναλογικά ‘υψηλό’ είτε αναλογικά ‘χαμηλό’ οικονομικό επίπεδο. Σε ό,τι αφορά ειδικά την ευαίσθητη ηλικία των 16, την τελευταία 8ετία δεν έχουν αυξηθεί τα ποσοστά της χρήσης (έστω και μία φορά σε όλη τη ζωή) των παράνομων ουσιών—συμπεριλαμβανομένης της κάνναβης αλλά και οποιασδήποτε άλλης παράνομης ουσίας ξεχωριστά. Με τη συμμετοχή τού ΕΠΙΨΥ στο πανευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα ESPAD (www.espad.org), τα στοιχεία για τους 16χρονους στη χώρα μας (αποκλειστικά για την ηλικία αυτήν) μπορούν να μελετηθούν σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, οι 16χρονοι στη χώρα μας εμφανίζουν σχεδόν παντού χαμηλότερα ποσοστά χρήσης ουσιών συγκριτικά με το σύνολο των χωρών που συμμετέχουν στην πανευρωπαϊκή έρευνα ESPAD. Το παραπάνω είναι ενδεικτικό του ότι στη χώρα μας επενεργούν παράγοντες, οι οποίοι με κάποιον τρόπο αποτρέπουν την συντριπτική πλειονότητα των εφήβων από το να πειραματιστούν και να εισέλθουν στη χρήση. Εξαίρεση αποτελούν οι εισπνεόμενες ουσίες, των οποίων το ποσοστό της χρήσης είναι στην Ελλάδα υψηλότερο έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.