Στην Βουλή φέρνει με ερώτηση προς τον Υπουργό Υγείας η Κ. Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., μετά από πρωτοβουλία του Τομεάρχη Υγείας Ανδρέα Ξανθού, τη διαφαινόμενη εφαρμογή καθεστώτος ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα) στο Νοσοκομείο Αττικόν. Συγκεκριμένα ο Υπουργός Υγείας ερωτάται:

1.      Αν οι αλλαγές στον οργανισμό του Νοσοκομείου Αττικόν εντάσσονται στο πολιτικό σχέδιο ανάπτυξης ΣΔΙΤ στην υγεία; Αυτός ο σχεδιασμός αφορά όλα τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία;

2.      Σε ποια θετικά διεθνή δεδομένα στηρίζεται το σχέδιο της Κυβέρνησης για εφαρμογή ΣΔΙΤ στον χώρο της υγείας;

3.      Τελικά το ΕΣΥ και οι άνθρωποι του ανταποκρίθηκαν την περίοδο της πανδημίας στις απαιτήσεις του covid; Τους αξίζει χειροκρότημα η επικράτηση καθεστώτος αβεβαιότητας και ανασφάλειας;

4.      Με την πανδημία ακόμη να μαίνεται και με τα δημόσια συστήματα υγείας να αποτελούν κατά κοινή ομολογία τους βασικούς πυλώνες φροντίδας των ανθρώπων διεθνώς πως δικαιολογείται, αν όχι ως πολιτική εμμονή, η σπουδή της κυβέρνησης να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο (μερικής έστω) ιδιωτικοποίησης του ΕΣΥ; Με ποιες δυνάμεις και με τι ηθικό θα αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι του ΕΣΥ ένα τέταρτο πανδημικό κύμα;

 Ειδικότερα, στην ερώτηση αναφέρεται ότι σε πρόσφατη ομιλία του ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης επανέλαβε την πρόθεση της Κυβέρνησης να θέσει σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Σχέδιο που περιλαμβάνει την εκχώρηση κρίσιμων κομματιών της λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Αντί δηλαδή η Κυβέρνηση να δεσμευτεί για τη σοβαρή ενίσχυση των δημόσιων δομών με επιπλέον πόρους (ανθρώπινους και υλικούς), αντί να παρουσιάσει ένα πολυετές πλάνο μαζικών μόνιμων προσλήψεων και μια σοβαρή αναβάθμιση του ιατρικού μισθολογίου και των αποδοχών των εργαζομένων του ΕΣΥ, επανέφερε για άλλη μια φορά την ατζέντα της σταδιακής ιδιωτικοποίησης του Δημόσιου Συστήματος Υγείας.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο και ανακοινώσεις του συλλόγου εργαζομένων, το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ φαίνεται ότι θα αποτελέσει το νοσοκομείο πρώτης εφαρμογής του κυβερνητικού σχεδιασμού, με αφορμή το σχέδιο του νέου οργανισμού του νοσοκομείου.

Με βάση το σχέδιο που έχει επεξεργαστεί επιτροπή, παρακάμπτοντας το Επιστημονικό Συμβούλιο ή/ και τους εργαζόμενους στο νοσοκομείο, το ΑΤΤΙΚΟΝ πρόκειται να απολέσει τον αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα του, ως ίδρυμα ενταγμένο στο ΕΣΥ και μέσω ΣΔΙΤ να μετατραπεί σε ένα οιονεί ιδιωτικοποιημένο μόρφωμα. Ένα μόρφωμα που θα διοικείται από μέλη ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής, θα έχει οικονομική αυτοτέλεια, η οποία δεν θα συνδέεται με την κρατική χρηματοδότηση, θα έχει έσοδα που δεν θα «επιστρέφουν» ως επένδυση στο ΕΣΥ, θα «αξιοποιεί» ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, αμφισβητώντας στην πράξη το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο ΕΣΥ, θα εκχωρεί υποστηρικτικές υπηρεσίες για τη λειτουργία του νοσοκομείου σε εργολαβικά συμφέροντα, θα εγκαταλείψει οποιοδήποτε πλάνο στελέχωσης με μόνιμες θέσεις, θα επιδεινώσει και θα συρρικνώσει τελικά την παρεχόμενη φροντίδα υγείας προς τους πολίτες, ειδικά σε μία περιοχή με αυξημένη οικονομική και κοινωνική επισφάλεια.

Ωστόσο, το καθολικό κοινωνικό αίτημα μετά τη πανδημία αφορά τη στήριξη του ΕΣΥ, με σχέδιο γενναίας επένδυσης στις δημόσιες δομές υγείας, στροφής στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στην κοινοτική φροντίδα και αναδιοργάνωσης των Υπηρεσιών  Δημόσιας Υγείας της χώρας. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, που ήταν η μεγάλη κοινωνική τομή της μεταπολίτευσης,  αποτελείται αποκλειστικά από δημόσιες δομές (νοσοκομεία – Κέντρα Υγείας – ΠΙ), είναι “ενιαίο, αποκεντρωμένο και οργανώνεται με ευθύνη του Κράτους”, όπως ρητά προβλέπει ο ν. 1397/1983.Ο ιδιωτικός τομέας εμφανίστηκε ιδιαίτερα απρόθυμος να αναλάβει ευθύνες στην πανδημία  από τις οποίες δεν διέβλεπε σημαντικά περιθώρια κέρδους. Το παρωχημένο σχήμα των ΣΔΙΤ στην υγεία έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι έχει νεοφιλελεύθερο πρόσημο, που είναι ασύμβατο με το πρόταγμα της καθολικής κάλυψης, ενω αυτό το μοντέλο όπου εμφανίστηκε εδώ και μια τριακονταετία επιδείνωσε την ποιότητα, συρρίκνωσε το εύρος, έκανε πιο ακριβές τις υπηρεσίες υγείας, μετακύλησε κόστος στον πολίτη και διεύρυνε τις υγειονομικές ανισότητες, τονίζεται στην ερώτηση.