Με την ευκαιρία της επίσημης συνάντησης των υπευθύνων για τα προγράμματα εμβολιασμού στην Αγγλία, πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό Nature αναλύει τα νέα δεδομένα για τη διάρκεια της ανοσίας και την αναγκαιότητα επανάληψης του εμβολιασμού. Οι Καθηγητές του ΕΚΠΑ Ουρανία Τσιτσιλώνη, Βαγγέλης Τέρπος και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα βασικά στοιχεία του άρθρου.
Η εμπειρία από άλλα αντι-ιικά εμβόλια έχει δείξει ότι τα εξουδετερωτικά αντισώματα αυξάνονται μετά τον εμβολιασμό, αλλά μειώνονται γρήγορα μερικούς μήνες αργότερα.

Όμως, η κυτταρική ανοσία έχει μεγαλύτερη διάρκεια και πρακτικά αυτή προστατεύει τον οργανισμό. Αν ξαναμολυνθεί ένας εμβολιασμένος, τα Β κύτταρα μνήμης που έχουν δημιουργηθεί, παράγουν γρήγορα μεγάλες ποσότητες αντισωμάτων και τα Τ κύτταρα μνήμης σκοτώνουν αποτελεσματική τα μολυσμένα κύτταρα από τον ιό. Μακροχρόνια μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Pennsylvania, έδειξε ότι ο εμβολιασμός για τον SARS-CoV-2 προκάλεσε παρατεταμένη κυτταρική ανοσία: τα ειδικά για το νέο κορωνοϊό Β κύτταρα μνήμης συνέχισαν να αυξάνονται σε αριθμό για τουλάχιστον 6 μήνες και τα Τ κύτταρα μνήμης παρέμειναν σε σχετικά σταθερά επίπεδα. Έτσι, ενώ τα αντισώματα στο αίμα μειώνονται, το ανοσοποιητικό σύστημα διατηρεί «απόθεμα» από τα ειδικά κύτταρα μνήμης, που είναι ικανότατα να ενεργοποιηθούν ξανά και να προστατεύσουν τον οργανισμό.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Washington, έλαβαν βιοψίες από τους λεμφαδένες εμβολιασμένων ατόμων και παρατήρησαν στο μικροσκόπιο ότι είχαν πολλά βλαστικά κέντρα, περιοχές δηλαδή που εκπαιδεύουν τα Β λεμφοκύτταρα. Αυτά τα κέντρα «εκπαίδευσης» ήταν ενεργά για 15 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό και παρέμειναν για τουλάχιστον 6 μήνες. Είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται τόσο παρατεταμένη παρουσία βλαστικών κέντρων μετά από εμβολιασμό, γεγονός που δείχνει την εξαιρετική αποτελεσματικότητα των εμβολίων νέας τεχνολογίας. Ωστόσο, αυτή η ανοσολογική μνήμη δεν μπορεί να παρέχει διαρκή προστασία από σοβαρή νόσηση από COVID-19. Δεδομένα από το Ισραήλ έδειξαν ότι ηλικιωμένοι που εμβολιάστηκαν στην αρχή του 2021 είχαν διπλάσιο κίνδυνο σοβαρής COVID-19 σε σχέση με όσους εμβολιάστηκαν αργότερα. Μια τρίτη δόση εμβολίου όμως, τους προστάτευσε από τη μόλυνση.

Τα αρχικά στοιχεία από την Αγγλία και το Κατάρ επιβεβαιώνουν την ισραηλινή εμπειρία. Στην Αγγλία, ήδη σημειώθηκε αύξηση των εισαγωγών στα νοσοκομεία και των θανάτων με την αισθητή πτώση των αντισωμάτων. Αυτό συνέβη περίπου 20 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό, τόσο με το εμβόλιο της Pfizer-BioNTech όσο και με της AstraZeneca, και ήταν εντονότερο σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και άτομα με υποκείμενα προβλήματα υγείας.

Η μείωση των ποσοστών μόλυνσης θα βοηθήσει να «σπάσει» ο κύκλος μετάδοσης του ιού, και θα έχει ως αποτέλεσμα λιγότερες περιπτώσεις σοβαρής COVID-19 και θανάτων. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Αυστριακό Εξελικτικό Γενετιστή Fyodor Kondrashov, ο εμβολιασμός θα βοηθήσει στην αποτροπή της εμφάνισης μεταλλάξεων των ιού ανθεκτικών στα εμβόλια. Μέχρι στιγμής, σε κανένα ανθρώπινο εμβόλιο δεν έχει παρατηρηθεί αντίσταση, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με πολλά αντι-ιικά φάρμακα.