Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Φιλανδία και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό European Journal of Immunology αξιολογήθηκε η διάρκεια ανίχνευσης αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 στον ορό 367 ατόμων που είχαν νοσήσει από COVID-19. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα αποτελέσματα. Οι μετρήσεις έγιναν στους 8 και 13 μήνες μετά τη διάγνωση της λοίμωξης, ενώ όλες οι λοιμώξεις είχαν αποδοθεί στο αρχικό στέλεχος «αγρίου τύπου» του SARS-CoV-2. Οι ερευνητές ανίχνευσαν εξουδετερωτικά αντισώματα (ΝΑb) έναντι του αρχικού στελέχους «αγρίου τύπου» του SARS-CoV-2 στο 89% των ατόμων 13 μήνες μετά την αρχική διάγνωση της COVID-19.

Επιπλέον, το 97% εμφάνισε αντισώματα έναντι της πρωτεΐνης – ακίδας S του SARS-CoV-2 (S-IgG). Ωστόσο, μόλις το 36% είχε αντισώματα έναντι της νουκλεοπρωτείνης Ν του ιού (Ν-IgG). Όσον αφορά στις μεταβολές των αντισωμάτων κατά τη διάρκεια του χρόνου, η μέση συγκέντρωση των S-IgG αντισωμάτων μειώθηκε λιγότερο από το ένα τρίτο ενώ η μέση συγκέντρωση των Ν-IgG αντισωμάτων μειώθηκε κατά τα δύο τρίτα μεταξύ 8 και 13 μηνών από την αρχική διάγνωση COVID-19.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα με ιστορικό σοβαρής λοίμωξης COVID-19 είχαν σημαντικά πιο αυξημένα επίπεδα IgG και εξουδετερωτικών αντισωμάτων και αναμένεται να παραμείνουν οροθετικοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Επιπλέον, οι τίτλοι των εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι των στελεχών Άλφα, Βήτα και Δέλτα ήταν μειωμένοι συγκριτικά με τα αντισώματα έναντι του «αγρίου τύπου» του SARS-CoV-2, ειδικά σε άτομα που είχαν ήπια νόσο. Συμπερασματικά, τα εξουδετερωτικά αντισώματα έναντι του SARS-CoV-2 ανιχνεύονται για τουλάχιστον 1 έτος μετά τη λοίμωξη COVID-19 στους ανθρώπους.