Τα δεδομένα της μελέτης ACTIV-4B δεν υποστηρίζουν τη χορήγηση ασπιρίνης ή απιξαμπάνης σε συμπτωματικούς ασθενείς με κλινικά σταθερή νόσο COVID-19 οι οποίοι δε χρειάζονται νοσηλεία, προκειμένου να μειωθούν επιπλοκές από το καρδιαγγειακό σύστημα ή τους πνεύμονες. Σκοπός της μελέτης ACTIV-4Β που δημοσιεύτηκε στο JAMA ήταν να εξετάσει κατά πόσο η θεραπεία με αντιαιμοπεταλικά ή αντιπηκτικά φάρμακα μπορεί να ελαττώσει μείζονες επιπλοκές από το καρδιαγγειακό σύστημα και τους πνεύμονες σε συμπτωματικούς, κλινικά σταθερούς ασθενείς με νόσο COVID-19, οι οποίοι δε χρειάζονται νοσηλεία. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής Ελένη Κορομπόκη και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι πρόκειται για μια διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη που έγινε σε 7,000 συμπτωματικούς ασθενείς με νόσο COVID-19, για τους οποίους δεν απαιτήθηκε νοσηλεία και των οποίων η κλινική κατάσταση κρίθηκε σταθερή.

Η μελέτη διεξήχθη σε 52 κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2020 και Ιουνίου 2021. Στις 18 Ιουνίου 2021 η επιτροπή ελέγχου των δεδομένων και της ασφάλειας της μελέτης πρότεινε πρόωρο τερματισμό της λόγω του περιορισμένου αριθμού συμβαμάτων, ο οποίος ήταν χαμηλότερος από τον αναμενόμενο. Από το σύνολο των 657 ασθενών 22 (3.3%) είχαν χρειαστεί νοσηλεία λόγω της COVID-19 πριν από την ένταξή τους στη μελέτη.

Συμπερασματικά, μεταξύ συμπτωματικών ασθενών με COVID-19 οι οποίοι δε χρειάζονται νοσηλεία και βρίσκονται σε σταθερή κλινική κατάσταση η χορήγηση ασπιρίνης ή απιξαμπάνης δε μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης του αθροιστικού καταληκτικού σημείου (θνητότητα από οποιοδήποτε αίτιο, συμπτωματικό θρομβοεμβολικό επεισόδιο (φλεβικές και αρτηριακές θρομβώσεις), έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανάγκη νοσηλείας για καρδιαγγειακό ή πνευμονολογικό αίτιο) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Στην κριτική αξιολόγηση της μελέτης που δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό αναφέρεται ότι οι μέχρι στιγμής ολοκληρωμένες κλινικές μελέτες των αντιθρομβωτικών θεραπειών σε ασθενείς με νόσο COVID-19 έχουν δείξει ότι σε βαρέως πάσχοντες η χορήγηση θεραπευτικής δόσης ηπαρίνης δεν βελτίωσε την κλινική έκβαση, ενώ αύξησε τις αιμορραγικές επιπλοκές, σε σχέση με τη συνήθη προφυλακτική χορήγηση ηπαρίνης. Οι μελέτες σε ασθενείς με ενδιάμεσης βαρύτητας νόσο COVID-19 έχουν καταλήξει σε διαφορετικά αποτελέσματα.

Σε μια διεθνή βάση δεδομένων που συνδύασε τα αποτελέσματα των τυχαιοποιημένων μελετών ACTIV-4a, REMAP-CAP, και ATTACC, η θεραπευτική δόση ηπαρίνης ή χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνης αύξησε την πιθανότητα επιβίωσης μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο μειώνοντας την πιθανότητα υποστήριξης ζωτικών οργάνων, σε σύγκριση με τη συνήθη (προφυλακτική) χορήγηση θρομβοπροφύλαξης. Αντιθέτως, οι μελέτες ACTION, INPIRATION και RAPID δεν έδειξαν διαφορά ως προς την έκβαση μεταξύ προφυλακτικής και θεραπευτικής δόσης αντιπηκτικής αγωγής.

Επιπλέον σε όλες τις μελέτες η θεραπευτική δόση αντιπηκτικών σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγικών επιπλοκών σε σχέση με την προφυλακτική χορήγηση. Σχετικά με τα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, η μελέτη RECOVERY δεν έδειξε όφελος από τη χορήγηση ασπιρίνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς με νόσο COVID-19 ως προς την επιβίωση, ωστόσο ο ρόλος των αντιαιμοπεταλιακών σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς παραμένει αδιευκρίνιστος.