Για την ανοσολογική απάντηση των ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες στον εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2, μίλησε ο καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας ΕΚΠΑ,  Ευάγγελος Τέρπος, ανοίγοντας τις εργασίες της τρίτης μέρας του Cancer Week.

Μελέτες τόσο στην Ελλάδα (Νοσ. Αλεξάνδρα) όσο και στο εξωτερικό, έχουν δείξει ότι η ανοσολογική απάντηση της πλειοψηφίας των ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες στον εμβολιασμό κατά της COVID-19, είναι φτωχή και επηρεάζεται αρνητικά από τη σταδιοποίηση της ασθένειας, την ηλικία του ασθενούς αλλά και το είδος της θεραπείας που λαμβάνει. Η θνητότητα από τη νόσηση με COVID-19, είναι επίσης αυξημένη στους αιματολογικούς ασθενείς και αγγίζει το 34% σε ηλικίες 28-39, ενώ φθάνει το 47% σε ασθενείς άνω των 60 ετών.

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα μελετών που ανέφερε ο κ. Τερπος, είναι το γεγονός ότι η κυτταρική ανοσία είναι σχεδόν μηδενική σε ασθενείς που δεν παράγουν αντισώματα μετά τον εμβολιασμό, γεγονός που σημαίνει ότι οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να συνεχίσουν να τηρούν τα μέτρα πρόληψης για την COVID-19, με «θρησκευτική ευλάβεια», όπως είπε χαρακτηριστικά ο καθηγητής. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας ακόμα διεθνούς μελέτης, η ανοσία μετά από φυσική νόσηση από COVID-19, έναντι του στελέχους Δέλτα είναι ίδια με αυτή του στελέχους της Γουχάν, ενώ η ανοσία μετά από εμβολιασμό είναι 20% μειωμένη έναντι του στελέχους Δέλτα σε σχέση με το στέλεχος της Γουχάν. Η Τρίτη δόση του εμβολίου θεωρείται μονόδρομος για όλους τους ασθενείς με αιματολογικά νοσήματα, δήλωσε  ο κ. Τέρπος, ωστόσο είναι ακόμα άγνωστο το κατά πόσο θα αυξήσει την ανοσολογική τους απόκριση απέναντι στην COVID-19. Με βάση τα παραπάνω συμπεράσματα, ο κ. Τέρπος τόνισε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε ότι αφορά τη χορήγηση  μονοκλωνικών αντισωμάτων, στους αιματολογικούς ασθενείς που νοσούν από COVID-19, ωστόσο όπως σημείωσε θα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί ποιοι ασθενείς και με ποια μέθοδο θα πρέπει να ελέγχονται για τα αντισώματά τους καθώς και ποιο θα είναι το cut off της αποτελεσματικότητας.