Η συσχέτιση μεταξύ του βαθμού ανοσίας μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και ο κίνδυνος νόσησης από COVID-19 στα άτομα που δεν έχουν αναπτύξει ανοσία (επίνοσα) παραμένει υπό διερεύνηση. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύθηκε στο JAMA.

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν δεδομένα από εθνικές βάσεις δεδομένων στη Σουηδία. Ανιχνεύτηκαν τα μέλη των οικογενειών που είχαν αποκτήσει ανοσία έναντι του SARS-CoV-2 είτε μέσω προηγούμενης νόσησης με COVID-19 είτε μέσω εμβολιασμού με δύο δόσεις εμβολίων μέχρι τις 14 Απριλίου 2021. Ακολούθως, προσδιορίστηκαν οι νέες λοιμώξεις COVID-19 στα επίνοσα μέλη των οικογενειών από τις 15 Απριλίου έως τις 26 Μαΐου 2021. Συνολικά συμπεριελήφθησαν στην ανάλυση 1.789.728 άτομα από 814.806 οικογένειες.

Κάθε οικογένεια είχε 2 έως 5 μέλη, με μέση ηλικία τα 51 έτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρχε μια αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των μελών της οικογένειας με ανοσία έναντι του SARS-CoV-2 και του κινδύνου λοίμωξης COVID-19 στα επίνοσα άτομα της οικογένειας. Τα επίνοσα άτομα με 1 οικογενειακό μέλος με ανοσία είχαν 45%-61% χαμηλότερο κίνδυνο COVID-19, ενώ τα επίνοσα άτομα με 2 οικογενειακά μέλη με ανοσία είχαν 75%-86% μειωμένο κίνδυνο για COVID-19. Η ύπαρξη 3 μελών με ανοσία στην οικογένεια μείωσε τον κίνδυνο COVID-19 για τα επίνοσα άτομα κατά 91%-94%, ενώ η ύπαρξη 4 μελών στην οικογένεια μείωσε τον κίνδυνο κατά 97%. Αντιστοίχως, όσο αυξανόταν ο αριθμός των μελών της οικογένειας με ανοσία έναντι του SARS-CoV-2 τόσο μειωνόταν και ο κίνδυνος για σοβαρή νόσο COVID-19 που χρήζει νοσηλείας.