Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού μειώνει τη θνητότητα κατά 20% σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, δήλωσε ο χειρουργός μαστού, Διευθυντής Κλινικής, στο Νοσοκομείο «Ο Άγιος Σάββας», Αντώνιος Χαρλαύτης, στην ομιλία του στο συνέδριο Cancer Week. Όπως ανέφερε, οι μέθοδοι διάγνωσης για τον καρκίνο του μαστού είναι η Ψηλάφηση, η Μαστογραφία-Τομοσύνθεση, το Υπερηχογράφημα, η Μαγνητική μαστογραφία (MRI) καθώς και νεώτερες μέθοδοι όπως Mx με σκιαγραφική ουσία. Όλες οι παραπάνω εξετάσεις πρέπει να γίνονται σε Μονάδες μαστού από εξειδικευμένο προσωπικό με κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό, τόνισε ο κ. Χαρλαύτης. Στοιχεία από μελέτες έχουν δείξει ότι η μαστογραφία στις ηλικίες κάτω των 50 ετών

Μειώνουν τη θνητότητα κατά 15%, στις ηλικίες 50-60 ετών μειώνουν τη θνητότητα κατά 14-23%, ενώ στις ηλικίες 60 -69 ετών, η θνητότητα μειώνεται από 31 έως 32%. Τα δεδομένα δείχνουν επίσης, ότι σημαντική μείωση θνητότητας υπάρχει όταν τα μεσοδιαστήματα ελέγχου είναι μικρότερα των 24 μηνών. Για το υπερηχογράφημα μαστού, ο κ. Χαρλαύτης ανέφερε ότι ενδείκνυται κυρίως για μικρές ηλικίες, συμπληρώνει την ψηλάφηση και τη μαστογραφία, αλλά δεν ενδείκνυται μόνη της ως εξέταση για πληθυσμιακό έλεγχο του καρκίνου του μαστού. Όπως σημείωσε, βοηθάει στη διερεύνηση τυχόν ευρημάτων καθώς και στις επεμβατικές πράξεις (παρακέντηση για κυτταρολογική εξέταση, εκκένωση κύστεων). Η μαγνητική τομογραφία μαστών (MRI), ενδείκνυται κυρίως για περαιτέρω  διερεύνηση ευρημάτων και τον έλεγχο σε γυναίκες υψηλού κινδύνου. Έχει αποδειχθεί ότι ο ετήσιος έλεγχος με MRI σε γονίδια BRCA1-BRCA2 μειώνει κατά 70% τον κίνδυνο διηθητικής νόσου. Ο κ. Χαρλαύτης τόνισε επίσης ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού, πρέπει να είναι διαφορετικές σε κάθε χώρα, ωστόσο οι γενικότερες που υπάρχουν αναφέρουν ότι η πρώτη μαστογραφία στη ζωή κάθε γυναίκας (αναφοράς) πρέπει να γίνεται στην ηλικία 35-40 ετών, ενώ μετά τα 40 πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο, μαζί με υπερηχογράφημα σε υψηλής πυκνότητας μαστούς.

Η έγκαιρη διάγνωση στον καρκίνο του μαστού, οδηγεί σε ηπιότερες θεραπείες, δηλαδή (μικρότερο χειρουργείο, λιγότερες επιπλοκές, διατήρηση μαστού, μη χορήγηση χημειοθεραπείας, μη χορήγηση άλλων τοξικών θεραπειών), ενώ ταυτόχρονα εξοικονομεί πόρους για το κράτος που θα μπορούσαν να διατεθούν για τη βελτίωση εξετάσεων πρόληψης κλπ, κατέληξε ο κ. Χαρλαύτης.