Η ανάπτυξη των εμβολίων mRNA κατά του κορονοϊού έγινε εφικτή, διότι προηγήθηκαν επί δεκαετίες ερευνητικές προσπάθειες από διάφορους επιστήμονες. Ο Ομότιμος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Νικόλαος Κατσιλάμπρος αναφέρει ότι είναι πιθανόν ο πρώτος των πρώτων ερευνητής σε σχέση με αυτό το αντικείμενο να ήταν ο Έλληνας επιστήμονας Γεώργιος Δημητριάδης, ο οποίος δημοσίευσε στο περίφημο, με πολύ υψηλή απήχηση, περιοδικό Nature ( τόμος 274,σ 923-24, 31 Αυγούστου 1978) ένα εξαιρετικά πρωτότυπο άρθρο με τίτλο «Translation of rabbit globin mRNA introduced by liposomes into mouse lymphocytes». Κατά τη διάρκεια της δημοσίευσης ο Γεώργιος Δημητριάδης εργάζονταν στο National Institute for Research του Λονδίνου.
Ο Δημητριάδης επέτυχε, μετά από μεγάλες προσπάθειες, να συνενώσει mRNA κυττάρων κουνελιού, που κωδικοποιούν την ουσία σφαιρίνη, με κυστίδια που περιέχουν λίπος , ονόματι λιποσώματα. Αυτή η συνένωση έδωσε τη δυνατότητα στο mRNA να μπορεί να διασπάσει τον «φραγμό» της κυτταρικής μεμβράνης άλλων κυττάρων ώστε να εισέλθει αυτό το «σύμπλεγμα» στο εσωτερικό τους. Στη συνέχεια, ο ερευνητής εισήγαγε με αυτό τον τρόπο το συγκεκριμένο mRNA σε άλλα κύτταρα , λεμφοκύτταρα από σπλήνα ποντικού (που δεν έχουν καμία σχέση με τα κύτταρα προέλευσης του εισαχθέντος σε αυτά mRNA). Το εξαιρετικά ενδιαφέρον ήταν ότι αυτά τα κύτταρα άρχισαν να παράγουν -και αυτά- σφαιρίνη.
Η ανακάλυψη αυτή είναι τεράστιας σημασίας ,διότι η παραγωγή εμβολίων mRNA -και μελλοντικά άλλων ουσιών για άλλες παθήσεις – έχει ως βάση μια παρόμοια τεχνολογία. Βέβαια, απαιτήθηκαν στη συνέχεια και άλλες έρευνες που κλιμακωτά οδήγησαν στα σωτήρια εμβόλια τύπου mRNA.