Τα δεδομένα της πρόσφατης δημοσίευσης του Arnold S Monto στην επιστημονική επιθεώρηση The New England Journal of Medicine, σχετικά με τη τις πραγματικές δυνατότητες και τη δυναμική της προστασίας που προσφέρουν τα εμβόλια έναντι του SARS-CoV-2, συνοψίζουν οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ). Οι πρωταρχικές κλινικές μελέτες των εμβολίων mRNA έναντι του SARS-CoV-2 έδειξαν την υψηλή προστασία που προσφέρουν από εργαστηριακά επιβεβαιωμένη νόσο COVID-19.. Όπως ήταν φυσιολογικό, αυτά τα αποτελέσματα αναπτέρωσαν τις ελπίδες ότι ο εμβολιασμός θα μπορεί να προλαμβάνει τη μετάδοση του SARS-CoV-2 από άτομο σε άτομο και έτσι η πανδημία να αρχίζει να φθίνει μέχρι να εξαλειφθεί πλήρως.

Ωστόσο, η εμφάνιση και η επικράτηση νέων στελεχών του SARS-CoV-2 με αυξημένο δυναμικό μετάδοσης, όπως το στέλεχος δέλτα, σε συνδυασμό με τη φθίνουσα ανοσία στη διάρκεια του χρόνου εξάλειψαν τις ιδιαίτερα ελπιδοφόρες προσεγγίσεις. Λαμβάνοντας υπόψη την πορεία της επιδημίας του SARS το 2002, η πανδημία COVID-19 θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ειδικά με την έγκριση των εμβολίων. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η επιδημία SARS αφορούσε σαφώς πιο περιχαρακωμένες περιοχές με κυρίως τοπικές επιδημίες, αντί του πανδημικού χαρακτήρα της COVID-19.

Επομένως, ο Δρ Monto θεωρεί ότι το μοντέλο της γρίπης μπορεί να μας βοηθήσει καλύτερα ώστε να προβλέψουμε την πορεία της πανδημίας COVID-19 και του ρόλου των εμβολιασμών μακροπρόθεσμα. Ένα νέο στέλεχος γρίπης έχει το δυναμικό πανδημίας και μπορεί να επιβαρύνει το σύστημα υγείας σε βαθμό αντίστοιχο με τον SARS-CoV-2. Μετά την πάροδο μηνών και την παρέλευση αρκετών λοιμωδών κυμάτων, το νέο στέλεχος μπορεί να παραμείνει ως ένα νέο εποχικό στέλεχος που μπορεί να εμφανίσει αντιγονικές αλλαγές – βέβαια σε μικρότερο βαθμό συγκριτικά με τον SARS-CoV-2. Το νέο στέλεχος προστίθεται έτσι στα στελέχη της γρίπης που εμφανίζουν εποχική διακύμανση. Ο σκοπός του ετήσιου αντιγριπικού εμβολιασμού είναι να μειωθεί ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης και θανάτου από τη γρίπη και να προληφθούν κατά το δυνατό οι επιδημικές εξάρσεις.

Η πρόληψη της ήπιας νόσου δεν αποτελεί θεμελιώδη στόχο του αντιγριπικού εμβολιασμού. Η αναγκαιότητα του ετήσιου εμβολίου της γρίπης έγκειται στη μείωση της ανοσίας που προσφέρει το εμβόλιο με την πάροδο του χρόνου καθώς και στην ανάδυση νέων στελεχών της γρίπης κάθε έτος. Πλέον είναι αρκετά σίγουρο ότι θα χρειάζονται να χορηγούνται αναμνηστικές δόσεις του εμβολίου έναντι του SARS-CoV-2 σε αναλογία με τις αναμνηστικές δόσεις έναντι του ιού της γρίπης. Εκκρεμεί φυσικά να καθοριστεί με σαφήνεια το χρονικό μεσοδιάστημα των αναμνηστικών δόσεων COVID-19. Σημαντική πρόκληση αποτελεί επίσης η προσαρμογή των εμβολίων ανάλογα με τα επικρατούντα στελέχη του SARS-CoV-2 σε κάθε χρονική περίοδο, ώστε να διασφαλιστεί η υψηλή αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού. Συμπερασματικά, ο Δρ Monto καταλήγει ότι, παρόλο που δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια την πορεία της πανδημίας, η ανθρωπότητα θα μάθει να ζει με τη COVID-19, όπως έμαθε να ζει με τη γρίπη.