Σύμφωνα με τα φετινά στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για την κατάθλιψη, η Ελλάδα  βρίσκεται στην 6η θέση παγκοσμίως, όσον αφορά τον επιπολασμό της νόσου. Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Ουκρανία 6,3% και ακολουθούν οι ΗΠΑ 5,9%, η Εσθονία 5,9%, η Αυστραλία 5,9%, η Βραζιλία 5,8%, η Ελλάδα 5,7%, η Πορτογαλία 5,7%, η Λευκορωσία 5,6%, η Φινλανδία 5,6% και η Λιθουανία 5.6%. Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που ζουν με κατάθλιψη είναι περίπου 280 εκατ. άτομα, ενώ περισσότεροι από 700.000 άνθρωποι  που νοσούν από την ασθένεια αυτοκτονούν κάθε χρόνο.

Η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Κατά μέσο όρο, εμφανίζεται αρχικά στα τέλη της εφηβείας έως τα μέσα της δεκαετίας των 20. Ο επιπολασμός κορυφώνεται στην ενήλικη ζωή (55–74 έτη), με τις γυναίκες να προσβάλλονται συχνότερα από τους άνδρες (5.1% vs. 3.6%, αντίστοιχα). Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, περίπου το 50% των ασθενών με κατάθλιψη δεν λαμβάνουν καμία μορφή θεραπείας. Οι βασικότεροι παράγοντες της αναποτελεσματικής φροντίδας περιλαμβάνουν την έλλειψη πόρων, την έλλειψη εκπαιδευόμενων παρόχων υγειονομικής περίθαλψης, το κοινωνικό στίγμα.

Έρευνα έδειξε ότι το 53% των ερωτηθέντων δεν θα το έλεγαν σε κανέναν εάν είχαν κατάθλιψη. Το 79% των ατόμων με κατάθλιψη έχουν υποστεί διακρίσεις σε κάποιον τομέα της ζωής τους.

Το στίγμα γύρω από τις ψυχικές νόσους είναι ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα, με το 61% των ερωτηθέντων να έχουν την πεποίθηση ότι οι ψυχικές διαταραχές αποτελούν ένδειξη αδυναμίας.