Τα αποτελέσματα της 6ης έκθεσης του φορέα Lung Cancer Europe (LuCE) με θέμα «Εμπειρίες και ποιότητα ζωής των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του πνεύμονα στην Ευρώπη» παρουσιάστηκαν χθες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Πρόκειται για μια περιγραφική ερευνητική ανάλυση που διερευνά τις εμπειρίες των ανθρώπων που επηρεάζονται από τον Καρκίνο του Πνεύμονα στην Ευρώπη, καθ’ όλη τη διαδρομή της νόσου τους, ασθενείς και φροντιστές.

Στην έρευνα του LuCE συμετείχαν συνολικά 797 άτομα και η Ελλάδα είχε την δεύτερη υψηλότερη συμμετοχή με ποσοστό 13,4% και συνολικά 107 συμμετοχές, υποστηρίζοντας έτσι  την ανθρωποκεντρική προσέγγιση της νόσου, που επιχειρείται από το Lung Cancer Europe.  Η έρευνα συμπληρώθηκε από 800 άτομα: 515 άτομα με καρκίνο του πνεύμονα (64,4%) και 285 φροντιστές (35,6%) μεταξύ 21 ευρωπαϊκών χωρών. Η πλειοψηφία ήταν γυναίκες (74,8%) ηλικίας 55-64 ετών. Το 75,6% διαγνώστηκε με «μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα – αδενοκαρκίνωμα» και το 68,2% επιβεβαίωσε ότι ο όγκος τους ήταν θετικός για μοριακό δείκτη. Το 59,9% είχε νόσο σταδίου IV και το 67,5% των συμμετεχόντων βρίσκονταν σε ενεργό θεραπεία τη στιγμή της συμπλήρωσης αυτής της έρευνας.

Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν γυναίκες (80,7%) ηλικίας 35-40 ετών (30,2%). Το 85,6% των συμμετεχόντων ήταν ο κύριος φροντιστής, με το 34,4% να δηλώνει ότι ήταν ο μόνος φροντιστής. Περίπου οι μισοί φροντιστές (51,6%) δήλωσαν ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο είχε νόσο σταδίου IV

Ποιότητα ζωής (ΠΖ): Οι συμμετέχοντες ανέφεραν ορισμένους παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά την ΠΖ τους: Υποστήριξη: Οι περισσότεροι συμμετέχοντες (64,6%) ήταν ικανοποιημένοι από την λαμβανόμενη υποστήριξη.
Ωστόσο, το 52,8% δεν ένιωθε ικανό να αυτοδιαχειριστεί τα συμπτώματα και τις παρενέργειες. Επιπλέον, μόνο το 59,7% των συμμετεχόντων ένιωθε ότι είχε λάβει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνταν (αρκετά- πάρα πολύ). Από την άλλη, λιγότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες (45,7%) πάντα ανέφεραν συμπτώματα και παρενέργειες στους παρόχους ιατρικής φροντίδας.
Συμμετοχή στις αποφάσεις και υγειονομική περίθαλψη: 1 στους 4 δεν συμμετείχε καθόλου στις αποφάσεις υγειονομικής περίθαλψής του και 1 στους 5 ένιωθε ότι η γνώμη του δεν ελήφθη υπόψη ποτέ ή σπάνια. Ωστόσο, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων έδειξε ικανοποίηση σχετικά με την υγειονομική περίθαλψη που έλαβαν: το 68,1% ανέφερε ταχεία πρόσβαση σε ειδικούς και το 70,9% ένιωθε ότι η ομάδα υγειονομικής περίθαλψης ήταν σε θέση να συντονίσει τη διαδρομή της νόσου. Ωστόσο, τα ευρήματα της έκθεσής μας δείχνουν επείγουσα ανάγκη βελτίωσης της
επικοινωνίας με τη φροντίδα στο τελικό στάδιο του κύκλου ζωής. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι 1 στους 3 συμμετέχοντες (32,2%) δεν είχε συζητήσει το τελικό στάδιο του κύκλου ζωής, αν και θα το ήθελαν.

Όσον αφορά τους φροντιστές των ασθενών μόνο 1 στους 3 συμμετέχοντες (32,5%) ένιωθε ότι είχε υποστήριξη στο ρόλο του ως φροντιστής.
Λίγοι (11,5%) δήλωσαν ότι έλαβαν υποστήριξη από επαγγελματίες υγείας για την παροχή της καλύτερης δυνατής φροντίδας στο αγαπημένο τους πρόσωπο. Έτσι, περισσότεροι από τους μισούς (56,2%) ανέφεραν ότι δεν είχαν λάβει
καμιά υποστήριξη για να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τη δική τους υγεία και ΠΖ. Η συχνότερη ανάγκη υποστήριξης ήταν η παροχή ψυχολογικών συμβουλών (51,9%).