Η Bristol Myers Squibb ανακοίνωσε πρόσφατα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε Άδεια Κυκλοφορίας στο ozanimod για τη θεραπεία ενηλίκων με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα, οι οποίοι εμφάνισαν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή μη ανεκτικότητα στη συμβατική θεραπεία ή σε βιολογικό παράγοντα. Το ozanimod, ένα φάρμακο που χορηγείται από του στόματος άπαξ ημερησίως, είναι ένας τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ο οποίος δεσμεύεται επιλεκτικά με τους υποτύπους 1 (S1P1) και 5 (S1P5) των υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P). Το ozanimod είναι ο πρώτος και μοναδικός από του στόματος τροποποιητής των υποδοχέων της S1P που εγκρίνεται για την ελκώδη κολίτιδα και αντιπροσωπεύει έναν νέο τρόπο αντιμετώπισης αυτής της χρόνιας ανοσολογικά επαγόμενης νόσου.

«Με την έγκριση του ozanimod από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ελκώδη κολίτιδα, οι ασθενείς και οι ιατροί έχουν πλέον στη διάθεσή τους μία θεραπευτική επιλογή που χορηγείται από του στόματος μία φορά την ημέρα και μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτής της εξουθενωτικής νόσου. Το ozanimod διαθέτει αποδεδειγμένο προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας και έναν διαφορετικό μηχανισμό δράσης σε σχέση με άλλες διαθέσιμες θεραπείες», δήλωσε ο Jonathan Sadeh, M.D., MSc., ανώτερος αντιπρόεδρος του τμήματος Ανάπτυξης Ανοσολογίας και Ίνωσης της Bristol Myers Squibb. «Είμαστε υπερήφανοι για την παράδοσή μας στην ανάπτυξη καινοτόμων φαρμάκων που αλλάζουν τις ζωές των ασθενών και ανυπομονούμε να προσφέρουμε στους κατάλληλους ασθενείς στην Ευρώπη μια νέα θεραπεία που τους παρέχει σημαντική ανακούφιση από τα συμπτώματα της ελκώδους κολίτιδας και κλινική ύφεση των συμπτωμάτων που διαρκεί».

Η έγκριση βασίστηκε σε δεδομένα από τη μελέτη True North, μία πιλοτική μελέτη Φάσης 3 για την αξιολόγηση του ozanimod ως θεραπείας εφόδου και συντήρησης έναντι εικονικού φαρμάκου σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα. Βασικά ευρήματα από τη μελέτη είναι τα εξής:

  • Κατά τη διάρκεια της φάσης εφόδου την Εβδομάδα 10 (ozanimod N=429 έναντι εικονικού φαρμάκου N=216), η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της κλινικής ύφεσηςα (18% έναντι 6%, p<0,0001) καθώς και τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία στα οποία περιλαμβάνονται η κλινική ανταπόκρισηβ(48% έναντι 26%, p<0,0001), η ενδοσκοπική βελτίωσηγ (27% έναντι 12%, p<0,0001) και η ενδοσκοπική-ιστολογική βελτίωση του βλεννογόνουδ (13% έναντι 4%, p<0,001) για το ozanimod σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
  • Κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης την Εβδομάδα 52 (ozanimod N=230 έναντι εικονικού φαρμάκου N=227), η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της κλινικής ύφεσηςα(37% έναντι 19%, p<0,0001) καθώς και τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία στα οποία περιλαμβάνονται η κλινική ανταπόκριση (60% έναντι 41%, p<0,0001), η ενδοσκοπική βελτίωση (46% έναντι 26%, p<0,0001), η κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδήε (32% έναντι 17%, p<0,001) και η ενδοσκοπική-ιστολογική βελτίωση του βλεννογόνου (30% έναντι 14%, p<0,001) για το ozanimod σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε μείωση στην επιμέρους βαθμολογία για την αιμορραγία από το ορθό και τη συχνότητα κενώσεων ήδη από την Εβδομάδα 2 (δηλαδή 1 εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της απαιτούμενης τιτλοποίησης δόσης διάρκειας 7 ημερών) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ozanimod.
  • Στις φάσεις εφόδου και συντήρησης της μελέτης True North, το συνολικό προφίλ ασφάλειας ήταν αντίστοιχο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας για το ozanimod και τους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (>5%) σε ελεγχόμενες περιόδους των κλινικών μελετών ενηλίκων με πολλαπλή σκλήρυνση και ελκώδη κολίτιδα είναι ρινοφαρυγγίτιδα, αυξημένα επίπεδα αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (ALT) και αυξημένα επίπεδα γ-γλουταμυλοτρανσφεράσης. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας σχετίζονταν με αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (1,1%) στις κλινικές μελέτες της πολλαπλής σκλήρυνσης. Τα αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκαν στο 0,4% των ασθενών στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ελκώδους κολίτιδας. Το συνολικό προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο για τους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση και ελκώδη κολίτιδα.

 

«Τα ευρήματα από τη μελέτη True North δείχνουν ότι το ozanimod κατέδειξε σημαντική αποτελεσματικότητα με διάρκεια σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα σε πολλά κύρια καταληκτικά σημεία όπως η κλινική βελτίωση, η ενδοσκοπική βελτίωση και η επούλωση του βλεννογόνου και η κλινική ύφεση», δήλωσε ο Δρ Silvio Danese, M.D., Διευθυντής, Τμήμα Γαστρεντερολογίας και Ενδοσκόπησης του ινστιτούτου IRCCS στο Νοσοκομείο San Raffaele και το Πανεπιστήμιο Vita-Salute San Raffaele στο Μιλάνο. «Τα αποτελέσματα ως προς την ενδοσκοπική βελτίωση και την ιστολογική ύφεση είναι ιδιαίτερα σημαντικά, δεδομένου ότι συνήθως επιτυγχάνονται πολύ δύσκολα. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το ozanimod έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει μια αποτελεσματική από του στόματος θεραπευτική επιλογή για τους κλινικούς ιατρούς που παρακολουθούν ενήλικες ασθενείς με αυτή τη σοβαρή χρόνια νόσο».

 

«Στην Ευρώπη, περισσότεροι από 3 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και η ελκώδης κολίτιδα αποτελεί μια δύσκολη και συχνά εξουθενωτική μορφή της νόσου», δήλωσε η Luisa Avedano, CEO της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Οργανώσεων για την Ελκώδη Κολίτιδα και τη νόσο Crohn (EFCCA). «Είμαι κατενθουσιασμένη που διαθέτουμε πλέον μια νέα θεραπευτική επιλογή για τους ασθενείς και τους φροντιστές τους ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστούν τα συμπτώματα μιας νόσου που μπορεί να έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωή τους».

 

Το ozanimod αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα, που αναφέρονται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος, καθώς και σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια· σε ασθενείς οι οποίοι τους τελευταίους έξι μήνες εμφάνισαν έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασταθή στηθάγχη, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που απαιτεί νοσηλεία ή καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας III/IV κατά την Καρδιολογική Εταιρεία Νέας Υόρκης (NYHA)· σε ασθενείς με ιστορικό ή παρουσία δεύτερου βαθμού κολποκοιλιακού (AV) αποκλεισμού τύπου II ή τρίτου βαθμού κολποκοιλιακού αποκλεισμού ή συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου εκτός εάν ο ασθενής έχει λειτουργικό βηματοδότη· σε ασθενείς με σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις, όπως ηπατίτιδα και φυματίωση, ενεργές κακοήθειες· σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) καθώς και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.

Σχετικά με τη μελέτη True North

Η μελέτη True North είναι μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη Φάσης 3, η οποία αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του ozanimod 0,92 mg σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα οι οποίοι εμφάνισαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή παρουσίαζαν μη ανεκτικότητα σε κάποιο από τα παρακάτω φάρμακα: από του στόματος αμινοσαλικυλικά, κορτικοστεροειδή, ανοσοτροποποιητικά ή έναν βιολογικό παράγοντα. Οι ασθενείς έπρεπε να λαμβάνουν θεραπεία με από του στόματος αμινοσαλικυλικά και/ή κορτικοστεροειδή πριν από τη θεραπεία εφόδου και κατά τη διάρκειά της.  Συνολικά, το 30% των ασθενών είχαν αποτύχει ή είχαν εμφανίσει μη ανεκτικότητα σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF). Μεταξύ αυτών των ασθενών, το 63% έλαβε τουλάχιστον δύο βιολογικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων TNF. Κατά την ένταξη στη μελέτη, η μέση ηλικία ήταν τα 42 έτη, το 60% ήταν άνδρες και η μέση διάρκεια της νόσου ήταν τα 7 έτη. Οι ομάδες θεραπείας ήταν καλώς ισορροπημένες όσον αφορά στα χαρακτηριστικά των ασθενών. Στο πλαίσιο της μελέτης εφόδου διάρκειας 10 εβδομάδων (UC Study 1), συνολικά 645 ασθενείς κατανεμήθηκαν τυχαία (τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1) ώστε να λαμβάνουν θεραπεία με ozanimod (n=429) ή θεραπεία με εικονικό φάρμακο (n=216), εκ των οποίων το 94% και το 89%, αντίστοιχα, ολοκλήρωσαν τη μελέτη εφόδου. Δεν παρατηρήθηκαν νέα συμβάντα ασφάλειας κατά τη φάση εφόδου.

Κατά τη φάση συντήρησης (UC Study 2), συνολικά 457 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με ozanimod είτε στη μελέτη UC Study 1 είτε σε ένα σκέλος ανοικτής επισήμανσης και οι οποίοι πέτυχαν κλινική ανταπόκριση την Εβδομάδα 10 τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου σε αναλογία 1:1 και έλαβαν θεραπεία με ozanimod 0,92 mg (n=230) ή με εικονικό φάρμακο (n=227) για 42 εβδομάδες (UC Study 2), συμπληρώνοντας συνολικά 52 εβδομάδες θεραπείας. Η ταυτόχρονη λήψη αμινοσαλικυλικών έπρεπε να πραγματοποιείται σε σταθερές δόσεις έως την εβδομάδα 52. Οι ασθενείς που λάμβαναν ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή έπρεπε να μειώσουν σταδιακά τη δόση τους με την ένταξή τους στη μελέτη συντήρησης. Εξ αυτών, το 80% και το 54,6% των ασθενών που έλαβαν ozanimod και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα, ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Κατά τη φάση συντήρησης, το συνολικό προφίλ ασφάλειας ήταν αντίστοιχο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας για το ozanimod και τους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη μελέτη True North είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο www.clinicaltrials.gov, NCT02435992.

Τα κλινικά ευρήματα από τη μελέτη True North, υπό τον τίτλο «Το ozanimod ως θεραπεία εφόδου και συντήρησης για την ελκώδη κολίτιδα», δημοσιεύθηκαν στο τεύχος της 30ης Σεπτεμβρίου του ιατρικού περιοδικού The New England Journal of Medicine.

Όλοι οι υποψήφιοι ασθενείς εντάχθηκαν σε μια ανοικτή μελέτη επέκτασης, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει σχεδιαστεί για να αξιολογήσει το μακροπρόθεσμο προφίλ του ozanimod για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργού ελκώδους κολίτιδας. Στους ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη, η κλινική ύφεση, η κλινική ανταπόκριση, η ενδοσκοπική βελτίωση και η συμπτωματική ύφεση γενικά διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 142. Δεν εντοπίστηκαν νέα συμβάντα ασφάλειας στο πλαίσιο της επέκτασης της μελέτης στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ανοικτή μελέτη επέκτασης είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο www.clinicaltrials.gov, NCT02531126.