Οι φτωχότερες χώρες απέρριψαν τον περασμένο μήνα περισσότερες από 100 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων για την COVID-19 που διανεμήθηκαν από το παγκόσμιο πρόγραμμα COVAX, κυρίως λόγω της ταχείας ημερομηνίας λήξης τους, δήλωσε χθες η Ετλέβα Καντίλι, διευθύντρια του τμήματος εφοδιασμού στη UNICEF μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από τα 15 εκατομμύρια δόσεις από την ΕΕ που απορρίφθηκαν, τα τρία τέταρτα ήταν εμβόλια AstraZeneca με διάρκεια ζωής μικρότερη από 10 εβδομάδες κατά την άφιξη, σύμφωνα με την UNICEF. Οι πλούσιες χώρες που δωρίζουν εμβόλια με σχετικά μικρή διάρκεια ζωής είναι ένα «μείζον πρόβλημα» για το COVAX, δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος του ΠΟΥ τον περασμένο μήνα.

Οι φτωχότερες χώρες αναγκάστηκαν επίσης να καθυστερήσουν τις προμήθειες επειδή δεν έχουν επαρκείς εγκαταστάσεις αποθήκευσης και τα ψυγεία για τα εμβόλια αποτελούν είδος σε έλλειψη, είπε η Καντίλι. Τα δεδομένα της UNICEF σχετικά με τις προμήθειες και τη χρήση των παραδοθέντων εμβολίων δείχνουν ότι 681 εκατομμύρια απεσταλμένες δόσεις αποθηκεύονται αυτήν τη στιγμή σε περίπου 90 φτωχότερες χώρες.

Περισσότερα από 30 φτωχότερα έθνη, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων κρατών όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και η Νιγηρία, έχουν χρησιμοποιήσει λιγότερες από τις μισές δόσεις που έλαβαν. Ένας εκπρόσωπος της Gavi, που συμμετέχει στη διεθνή συμμαχία για τα εμβόλια COVAX, είπε ότι τα περισσότερα εμβόλια που αποστέλλονται από το COVAX έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής και επομένως ήταν απίθανο να πάνε χαμένα.

Η COVAX, της οποίας συνεπικεφαλής είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, έχει παραδώσει μέχρι στιγμής 987 εκατομμύρια εμβόλια COVID-19 σε 144 χώρες, σύμφωνα με στοιχεία της Gavi. Η COVAX είναι ο κύριος προμηθευτής δόσεων σε δεκάδες φτωχότερες χώρες, αλλά δεν είναι ο μόνος. Ορισμένες χώρες αγοράζουν δόσεις μόνες τους ή χρησιμοποιούν άλλα περιφερειακά προγράμματα προμήθειας εμβολίων. Το Reuters ανέφερε ότι μέχρι και ένα εκατομμύριο εμβόλια εκτιμάται ότι είχαν λήξει στη Νιγηρία τον Νοέμβριο χωρίς να χρησιμοποιηθούν.

Σημειώνεται ότι στις αρχές του χρόνου, το 67% του πληθυσμού στις πλουσιότερες χώρες είχε εμβολιαστεί πλήρως, ενώ μόνο το 8% στις φτωχότερες χώρες έλαβε την πρώτη δόση, σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ.