Στη ιστορία του καρκίνου και της προόδου της επιστήμης στην αντιμετώπισή του, με ιδιαίτερη έμφαση στην εξιχνίαση της κληρονομικής διάστασής του, αναφέρθηκε ο καθηγητής Δρακούλης Γιαννουκάκος, Διευθυντής Ερευνών στο Εργαστήριο Μοριακής Διαγνωστικής ΙΠΡΕΤΕΑ, στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ κατά τη διαδικτυακή εκδήλωση με τίτλο «Σύγχρονες Κλινικές Εφαρμογές της Γενετικής του Ανθρώπου στη Διάγνωση & Θεραπεία του Κληρονομικού Καρκίνου». Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 7ου κύκλου διαλέξεων του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Όπως αναφέρθηκε, ο κληρονομικός καρκίνος, καλύπτει το 10% των περιπτώσεων και τα όργανα με τα μεγαλύτερα ποσοστά κληρονομικού καρκίνου είναι οι ωοθήκες (το 20% των περιπτώσεων καρκίνου ωοθηκών είναι κληρονομικοί), ο μαστός και το παχύ έντερο.

Ο καρκίνος του πνεύμονα παρουσιάζει τα μικρότερα ποσοστά κληρονομικότητας, εφόσον, όπως αποδεικνύεται, οφείλεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες με κυρίαρχο το κάπνισμα. Στις ηλικίες άνω των εξήντα ετών δεν θεωρούμε ότι υπάρχει κληρονομικότητα ∙ ο κληρονομικός καρκίνος εμφανίζεται από τα 30 έως τα 50 έτη (στα 42 κατά μέσο όρο). Όσον αφορά τον καρκίνο του μαστού είναι αυτός που εμφανίζεται, συγκριτικά με άλλες μορφές, στις νεαρότερες ηλικίες (30-40 έτη) και προσβάλλει στη συντριπτική πλειοψηφία γυναίκες. Επειδή προσελκύει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του κοινού, των ερευνητών και, κατ’ επέκταση, την εντονότερη προσέλκυση χορηγικών και φαρμακευτικών κονδυλίων, έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος όσον αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία του. Ως αποτέλεσμα, πεθαίνουν εξ αυτού όλο και λιγότερες γυναίκες. Στην Ελλάδα καταγράφονται 6-8 χιλιάδες κρούσματα καρκίνου του μαστού ετησίως.

Όπως τόνισε ο κ. Γιαννουκάκος σε περίπτωση που υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου, έχουμε τη δυνατότητα, αν το επιθυμούμε, να προβούμε σε γονιδιακό έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου θα μας βοηθήσουν να λάβουμε κρίσιμες αποφάσεις για την υγεία μας. Υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες που έχουν εκδώσει έγκριτες διεθνείς ογκολογικές ενώσεις για τις περιπτώσεις που συνιστάται ή επιβάλλεται ο γονιδιακός έλεγχος. Η κυριαρχούσα μέθοδος γονιδιακού ελέγχου σήμερα είναι με τη χρήση νέων τεχνολογιών ανάγνωσης DNA (next generation DNA sequencing) με τη δυνατότητα ταυτόχρονου ελέγχου πολλών γονιδίων. Σύμφωνα με τον κ. Γιαννουκάκο, ο γονιδιακός έλεγχος δεν συνιστάται πριν από τα 30 έτη. Γονιδιακή θεραπεία δεν υπάρχει ακόμη, μπορούμε μόνο να επέμβουμε και να «διορθώσουμε» μια στοχευμένη περιοχή, π.χ. το μάτι ή έναν ιστό, αλλά δεν μπορούμε να επέμβουμε σε ολόκληρο το σώμα.

Όσον αφορά τη σύνδεση του καρκίνου με το άγχος, ο Ευάγγελος Φιλόπουλος, Πρόεδρος της Αντικαρκινικής Εταιρείας, που συμμετείχε με γόνιμες παρατηρήσεις στη συζήτηση που ακολούθησε της ομιλίας, είπε: «Καμία μελέτη δεν έχει αναδείξει αυτή τη συσχέτιση, πλην μίας Δανέζικης που διενεργήθηκε πριν από τρία χρόνια, η οποία όμως ελέγχεται ως προς την ακρίβειά της, όσον αφορά δηλαδή το θέμα της μέτρησης του άγχους, που είναι μια κατάσταση καθαρά υποκειμενική και όχι επιστημονικά μετρήσιμη. Αυτό που ακούμε “πέθανε ο άνθρωπός μου κι έβγαλα καρκίνο” δεν ισχύει, εφόσον ο καρκίνος είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται μέσα στην πάροδο πολλών χρόνων μέχρις ότου γίνει αντιληπτός».