Ο μύκητας Candida auris (εν συντομία C. auris) πρωτοαπομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε σε ασθενή με μυκητίαση στο αυτί, στην Ιαπωνία το 20091. Όμως, αναδρομικές μελέτες έδειξαν ότι προϋπήρχε ως αίτιο σηψαιμίας από το 19962, αλλά δεν μπορούσε να αναγνωριστεί με τα τότε διαθέσιμα εργαστηριακά μέσα.

Ο μύκητας C. auris βρίσκεται σε νοσοκομειακούς χώρους αλλά και στην κοινότητα.

Την τελευταία τριετία, τα προηγμένα συστήματα ανάλυσης που χρησιμοποιούν τα εξειδικευμένα Μυκητολογικά εργαστήρια κάνουν ακόμη ευκολότερη την ταυτοποίηση του μύκητα. Αυτό έχει συνεισφέρει στην αύξηση της συχνότητάς του  που παρατηρείται τελευταία.  Δημοσιευμένες3 ή υπό δημοσίευση μελέτες από το Εργαστήριο Ερευνητικής Μυκητολογίας, της Ιατρικής Αθηνών και από το Μυκητολογικό Εργαστήριο του Ομίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ καταδεικνύουν ότι οι κλώνοι C. auris που απαντώνται συχνότερα στην Ελλάδα προέρχονται από την Ινδία και ακολουθούν αυτοί από την Αυστρία και το Κουβέιτ. Προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία που να στοιχειοθετούν μεγάλη αύξηση ή σοβαρή έξαρση των μυκητιάσεων που οφείλονται σε C. auris.

Καλό είναι να παραμένουμε ψύχραιμοι και να ακολουθούμε τις συμβουλές των ειδικών.

Η τήρηση των βασικών κανόνων υγιεινής και η σχολαστική καθαριότητα των χώρων όπου κινούμαστε είναι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας και πρόληψης για κάθε λοίμωξη. Εφόσον διαγνωσθεί μυκητίαση με C. auris σε μη νοσηλευόμενο ασθενή, θα πρέπει να γίνει πλήρης και ακριβής ταυτοποίηση του μύκητα καθώς και αντιμυκητόγραμμα, το οποίο δείχνει την ευαισθησία του μύκητα στις διαθέσιμα φάρμακα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες του θεράποντα ιατρού.

Τα παραπάνω υπογράφει η Αριστέα Βελεγράκη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Σύμβουλος και Υπεύθυνη Μυκητολογικού Εργαστηρίου του Ομίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ.