«Η ζωή με την άγνωστη – γνωστή νόσο» είναι το μήνυμα της εκστρατείας ενημέρωσης για την Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση (ΙΠΙ) της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας που πραγματοποιείται τον Σεπτέμβριο, μήνα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την ΙΠΙ. Σε χθεσινή συνέντευξη Τύπου, τα μέλη της Ομάδας Εργασίας της ΕΠΕ, «Διάχυτες Διάμεσες Πνευμονοπάθειες, Επαγγελματικά Νοσήματα Πνεύμονος & Ατμοσφαιρική Ρύπανση», ενημέρωσαν για τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης της νόσου και τις νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η εκστρατεία περιλαμβάνει μικρής διάρκειας βίντεο που θα προβληθούν στα social media της ΕΠΕ, με στόχο την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού, της Πολιτείας, αλλά και της ιατρικής κοινότητας για την «άγνωστη – γνωστή» αυτή νόσο.

Η ΙΠΙ αποτελεί μια ειδική μορφή χρόνιας νόσου του πνεύμονα. Ανήκει σε μια κατηγορία 500 περίπου νοσημάτων που ονομάζονται διάμεσες πνευμονοπάθειες. Υπολογίζεται ότι περίπου 100.000 ασθενείς στις Ηνωμένες Πολιτείες και 80.000 έως 110.000 στην Ευρώπη πάσχουν από τη νόσο σήμερα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει με αφορμή την έναρξη της εκστρατείας ο πρόεδρος της ΕΠΕ, Στέλιος Λουκίδης, «Η ΙΠΙ είναι ένα ιδιαίτερο νόσημα που απαιτεί συνεργασία ειδικοτήτων, που έφερε σημαντικούς προβληματισμούς στη διάρκεια της πανδημίας ως αποτέλεσμα επιπλοκών και Long COVID. Αλλά και ένα νόσημα για το οποίο η Ιατρική επιστήμη πρέπει να κάνει την αυτοκριτική της για τα προηγούμενα χρόνια, όπου οι θεραπευτικές επιλογές δεν ήταν στον σωστό δρόμο».

Για τη μεγάλη πρόοδο στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων για τη νόσο τα τελευταία χρόνια, μίλησε η Κατερίνα Αντωνίου ,MD, FERS, European Respiratory Society Assembly 12_ILDs Head. Οι πρώτες από του στόματος θεραπείες που έχουν εγκριθεί, η πιρφενιδόνη και η νιντεντανίμπη, φαίνεται να αλλάζουν τη φυσική πορεία της νόσου, επιβραδύνοντας τον ρυθμό έκπτωσης της αναπνευστικής λειτουργίας. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι πανάκεια και υπάρχουν ασθενείς που δεν ανέχονται καλά τα φάρμακα αυτά». Η έρευνα συνεχίζεται και αυτή τη στιγμή νέες φαρμακευτικές ουσίες είναι υπό μελέτη, εξήγησε η κ. Αντωνίου. «Είναι επιτακτική η ανάγκη της συμμετοχής των ασθενών σε κλινικές δοκιμές που γίνονται στα ειδικά κέντρα αναφοράς για τη νόσο.