Τα κύρια ευρήματα νέας μελέτης για τις ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού σε νερό συνοψίζουν οι Καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ). Για να δουν πόσο νερό χρειαζόμαστε πραγματικά οι άνθρωποι, οι ερευνητές της μελέτης ανέλυσαν δεδομένα από 5.600 ανθρώπους ηλικίας από 8 ημερών έως 96 ετών σε 26 χώρες. Οι συμμετέχοντες ήταν άτομα από όλα τα κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα, όπως αγρότες, αθλητές και μη, εργαζόμενοι σε γραφεία στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, καθώς και άτομα από κοινωνίες αγροτών και κυνηγών στη Νότια Αμερική και την Αφρική.

Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν με μια αξιόπιστη τεχνική, που χρησιμοποιεί νερό συνδεδεμένο με ιχνηθέτες που διευκολύνουν την παρακολούθηση παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα από το σώμα, ώστε είναι δυνατό να λαμβάνονται ακριβείς μετρήσεις της ημερήσιας ενεργειακής δαπάνης των συμμετεχόντων. Επιτρέπει επίσης η τεχνική αυτή στους ερευνητές να εκτιμήσουν την ποσότητα νερού που παρήγαγαν οι συμμετέχοντες από τον μεταβολισμό, καθώς και την ακριβή ποσότητα νερού που κατανάλωναν.

Οι ερευνητές προσδιόρισαν έτσι ακριβώς πόσο νερό έχασαν οι συμμετέχοντες και πόσο αντικατέστησαν κάθε μέρα. Διαπίστωσαν ότι ο ημερήσιος κύκλος νερού ενός ατόμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του σώματός του και από το επίπεδο σωματικού λίπους του, το οποίο περιέχει λιγότερο νερό από τους μύες και άλλα όργανα. Όσο περισσότερη άλιπη μάζα έχει ένα άτομο, τόσο περισσότερο νερό χρειάζεται. Δεδομένου ότι οι άνδρες τείνουν να έχουν μεγαλύτερο σώμα και λιγότερο σωματικό λίπος σε σύγκριση με τις γυναίκες, γενικά χρειάζονται περισσότερο νερό ημερησίως. Η έρευνα έδειξε επίσης ότι το πόσο νερό χρειαζόμαστε αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής. Γενικά, οι ανάγκες σε νερό κορυφώθηκαν μεταξύ ατόμων 20 ως 50 ετών και μετά μειώθηκαν παράλληλα με την επιβράδυνση του μεταβολισμού.

Η μελέτη επίσης κατέδειξε ότι δύο άλλοι σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν τις ανάγκες σε νερό είναι το κλίμα της περιοχής διαβίωσης και το αν κάποιος κάνει καθιστική ζωή. Οι άνθρωποι που ζουν σε θερμότερα κλίματα και έχουν περισσότερη σωματική δραστηριότητα χρειάζονται και μεγαλύτερες ποσότητες νερού. Η μελέτη μάλιστα διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι από λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου έχουν υψηλότερες ανάγκες για νερό συγκριτικά με τους ανθρώπους από ανεπτυγμένες χώρες. Αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή αν κάποιος βρίσκεται σε μια φτωχότερη χώρα, είναι πιθανό να εργάζεται έξω κάθε μέρα και έχει λιγότερη πρόσβαση στον έλεγχο του κλίματος. Ακόμη, οι άνθρωποι στις φτωχότερες χώρες συχνά κάνουν δουλειές που απαιτούν περισσότερη σωματική δραστηριότητα. Πόσο νερό λοιπόν πρέπει να πίνουμε; Η απάντηση με βάση τη μελέτη αυτή είναι απλή: να πίνουμε νερό, όταν διψάμε, αρκεί να παρακολουθούμε και να δίνουμε πράγματι σημασία στις ανάγκες του σώματός μας για ενυδάτωση. Πρέπει να δίνουμε προτεραιότητα στο νερό και να προσπαθούμε να αποφεύγουμε τα σακχαρούχα ποτά, που μπορεί να προκαλέσουν μεταβολικά προβλήματα.