Οι υγειονομικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ θα πρέπει να επεκτείνουν την εποπτεία της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης  για την  έρευνα που τροποποιεί γενετικά τους θανατηφόρους ιούς έτσι ώστε να συμπεριλάβει και κάποιους λιγότερο επικίνδυνους τύπους παθογόνων ιών, συστήνει με έκθεσή της η Επιτροπή Βιοασφάλειας. Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα του Science, το προσχέδιο της έκθεσής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, συνιστά επίσης στους φορείς χρηματοδότησης να μοιράζονται περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις που αφορούν την έγκριση τέτοιων ερευνών. Οι συστάσεις είναι ευπρόσδεκτες για επιστήμονες, νομοθέτες και όσους έχουν ανησυχήσει ότι η πανδημία SARS-CoV-2 έχει αποκαλύψει κενά στους κανόνες για την έρευνα κέρδους -λειτουργίας (GOF).

Η έκθεση συνιστά «σημαντικές βελτιώσεις στην πολιτική που ακολουθείται», αναφέρει ο μικροβιολόγος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Ντέιβιντ Ρέλμαν, επικριτής της επίβλεψης των μελετών GOF στις ΗΠΑ, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH). Οι συστάσεις της Επιτροπής, από μια ομάδα εργασίας του Εθνικού Επιστημονικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου για τη Βιοασφάλεια (NSABB), μπορεί επίσης να καθησυχάσουν τους ιολόγους που ανησυχούσαν ότι η επίβλεψη θα επεκτεινόταν σε κοινά παθογόνα που σπάνια προκαλούν σοβαρές ασθένειες, όπως οι ιοί του κρυολογήματος. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί λένε ότι ο προτεινόμενος ορισμός της επικίνδυνης έρευνας εξακολουθεί να αφήνει πάρα πολλά κενά στην ερμηνεία και θα μπορούσε να εξαφανίσει μελέτες ρουτίνας σημαντικές για τη δημόσια υγεία. Οι ανησυχίες σχετικά με τις μελέτες GOF πήραν μεγάλη έκταση πριν από 12 χρόνια, όταν δύο ερευνητές ανέφεραν ότι είχαν τροποποιήσει γενετικά τη γρίπη των πτηνών H5N1 με τρόπους που έκαναν τον ιό να εξαπλώνεται πιο εύκολα στα κουνάβια, ενός μοντέλου μετάδοσης στον άνθρωπο.

Παρόλο που η εργασία είχε στόχο να βοηθήσει στην προετοιμασία για πανδημίες, ορισμένοι ειδικοί ανησυχούσαν ότι ένας τέτοιος μεταλλαγμένος ιός θα μπορούσε να δραπετεύσει από το εργαστήριο ή να απελευθερωθεί σκόπιμα, πυροδοτώντας ενδεχομένως μια πανδημία. Οι ανησυχίες οδήγησαν σε 3χρονο μορατόριουμ ορισμένες μελέτες GOF για τη γρίπη των πτηνών, το αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής και το σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο, καθώς επίσης και μια πολιτική του Υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS) του 2017 που διέπει τις μελλοντικές έρευνες. Η πολιτική αυτή, γνωστή ως Πλαίσιο Περίθαλψης και Επίβλεψης Πιθανών Πανδημικών Παθογόνων (P3CO), απαιτεί από το NIH να υποβάλει για επανεξέταση από μια επιτροπή HHS μελέτες που «αναμένεται εύλογα» να δημιουργήσουν μια «βελτιωμένη» έκδοση ενός ανθρώπινου παθογόνου που είναι εξαιρετικά μεταδοτικό αλλά και εξαιρετικά λοιμογόνο. Η πρόσφατη έκθεση του NSABB ζητά να επεκταθεί ο ορισμός «παθογόνα που δυνητικά μπορεί να προκαλέσουν πανδημία» σε  «παθογόνα πιθανώς μέτρια ή πολύ λοιμογόνα», αλλά όχι απαραίτητα ταχείας εξάπλωσης, όπως ο ιός Έμπολα. Θα περιλαμβάνει επίσης οποιοδήποτε παθογόνο που είναι «πιθανώς μέτρια ή πολύ μεταδοτικό» και ικανό να εξαπλωθεί ευρέως στον άνθρωπο, όπως ο SARS-CoV-2. Η νέα έκθεση προσθέτει επίσης έναν όρο που περιορίζει τις αναθεωρήσεις σε έρευνες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παθογόνους παράγοντες που «πιθανόν να αποτελέσουν σοβαρή απειλή» για τη δημόσια υγεία ή την εθνική ασφάλεια.