Οι ασθενείς που πάσχουν από αιματολογικές κακοήθειες διατρέχουν υψηλό κίνδυνο COVID-19 λόγω της χαμηλότερης ανταπόκρισης στον εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2. Η ενεργός θεραπεία αναγνωρίζεται ως ο κύριος παράγοντας κινδύνου για μειωμένη ανοσογονικότητα από τον εμβολιασμό. Τα Tixagevimab και Cilgavimab είναι πλήρως ανθρώπινα μονοκλωνικά αντισώματα που εξουδετερώνουν τον SARS-CoV-2 και προέρχονται από Β κύτταρα ασθενών που ανάρρωσαν από τον SARS-CoV-2. Ο συνδυασμός αυτών των μονοκλωνικών αντισωμάτων (Evusheld) έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί ασφαλή και αποτελεσματική επιλογή για την ανοσοπροφύλαξη από COVID-19 σε ενήλικες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανεπαρκούς ανοσο-απόκρισης στο εμβόλιο έναντι του SARS-CoV-2. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Παθολόγος Καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας), Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, Καθηγητής Ογκολογίας-Αιματολογίας και Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής) συνοψίζουν τα αποτελέσματα της πρόσφατης δημοσίευσης των Marco Salvini και συνεργατών που δημοσιεύτηκαν στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση The Lancet Oncology.

Η ένταξη των ασθενών στη μελέτη πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2022. Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο οι παραλλαγές Omicron ήταν διαδεδομένες στην κοινότητα. Κάθε ασθενής παρακολουθήθηκε για 6 μήνες. Συνολικά, 204 ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη: 130 (64%) έλαβαν τον συνδυασμό tixagevimab-cilgavimab στην εγκεκριμένη δόση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (150/150 mg), ενώ 74 (36%) δεν έλαβαν τα μονοκλωνικά αντισώματα, λόγω άρνησης ή λογιστικών ζητημάτων (ομάδα ελέγχου).

Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χορήγηση του συνδυασμού των μονοκλωνικών αντισωμάτων. Τη στιγμή της ανάλυσης των δεδομένων (1 Μαρτίου 2023), το ποσοστό των λοιμώξεων COVID-19 παρά τον προηγούμενο εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2 ήταν 28 από 130 (21%) μεταξύ των ασθενών που έλαβαν tixagevimab-cilgavimab έναντι 28 από 74 (38%) στην ομάδα ελέγχου (διαφορά στατιστικά σημαντική). Η επίπτωση της COVID-19 ήταν 13,8 ανά 10.000 ανθρωποημέρες στην ομάδα που έλαβε tixagevimab-cilgavimab έναντι 28,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες στην ομάδα ελέγχου (αναλογία κινδύνου 0,47, διαφορά στατιστικά σημαντική). Η χορήγηση του συνδυασμού tixagevimab-cilgavimab συσχετίστηκε επίσης με σημαντική μείωση της επίπτωσης σοβαρής ή/και κρίσιμης COVID-19 (1,4 έναντι 4,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες, αντίστοιχα). Η ανάγκη για νοσηλεία ήταν επίσης σημαντικά χαμηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν προληπτικά tixagevimab-cilgavimab (1,3 έναντι 4,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες, αντίστοιχα).

Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι η προφυλακτική χορήγηση tixagevimab-cilgavimab μπορεί να μειώσει την επίπτωση και τη σοβαρότητα της COVID-19 και μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό εργαλείο για την ενίσχυση του εμβολιασμού σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες.