Η διαχρονική απροθυμία της Πολιτείας να συλλέξει και να αξιολογήσει τα δεδομένα που αφορούν την κατανάλωση του φαρμάκου στα ελληνικά νοσοκομεία, έχει καταστήσει την υπόθεση του νοσοκομειακού φαρμάκου έναν δυσεπίλυτο γρίφο, με αρνητικές συνέπειες τόσο για τους ασθενείς όσο και για το σύστημα υγείας, τονίζει ο Ιωάννης Ποδηματάς Ειδικός Αναλυτής Φαρμάκου, Reformed Consulting Services, στο Health Daily, με αφορμή την ειδική έκδοση «Το Φάρμακο στην Ελλάδα» που κυκλοφόρησε με το «Βήμα της Κυριακής» στις 24 Μαρτίου. Ειδικότερα, όπως τονίζει:. Ειδικότερα, όπως τονίζει: «Η Ελληνική Πολιτεία δαπανά ένα σημαντικό ποσό για την αγορά φαρμάκων για τα δημόσια νοσοκομεία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας, το έτος 2022 δαπανήθηκαν 1,14 δισ. € για 122 δημόσια νοσοκομεία. Από το ποσό αυτό το κράτος τελικά πλήρωσε τα μισά, καθώς ο προϋπολογισμός για το φάρμακο στα νοσοκομεία ήταν μισό δισ. ευρώ και οι προμηθευτές (κυρίως οι φαρμακευτικές εταιρείες) υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν το υπερβάλλον ποσό (clawback και rebate)

«Διεθνώς, ο χώρος του φαρμάκου βιώνει ένα κύμα καινοτομίας και πλέον στα νοσοκομεία χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερα νέα φάρμακα- που συνήθως είναι υψηλής τιμής- και αρκετά από αυτά υψηλής θεραπευτικής αξίας. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι υπάρχουν φάρμακα που η τιμή τους υπερβαίνει το 1 εκατ. € που όμως, αρκεί μια χορήγησή τους για μόνιμη θεραπεία των ασθενών. Ευτυχώς, αναμένονται πολλά παρόμοια φάρμακα στο άμεσο μέλλον, που δυστυχώς όμως θα θέσουν σε δοκιμασία τους προϋπολογισμούς για την υγεία όλων των προηγμένων χωρών.

Ο περιορισμένος ελληνικός προϋπολογισμός σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη εφαρμογή της πολιτικής των υποχρεωτικών επιστροφών θα αποτελέσει ανάχωμα, (εάν δεν αποτελεί ήδη) στη διαθεσιμότητα νέων καινοτόμων φαρμάκων στους Έλληνες ασθενείς. Μια πραγματικότητα στον αντίποδα της μέχρι σήμερα σχεδόν ελεύθερης χρήσης των νέων καινοτόμων φαρμάκων στα νοσοκομεία, ανεξαρτήτως της όποιας αποτελεσματικότητάς τους.

Ούτε η ελεύθερη χρήση, ούτε οι αυθαίρετοι περιορισμοί, είναι υπέρ των ασθενών. Το πρόβλημα είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί και αποτελεί στοίχημα για πολλές χώρες με ικανούς προϋπολογισμούς και προηγμένα συστήματα αξιολόγησης των νέων φαρμάκων. Πόσο δε μάλλον για τη χώρα μας. Διαχρονικά, οι έως τώρα πολιτικές φαρμάκου έχουν περιορίσει τη δημιουργία προϋποθέσεων επίλυσης του προβλήματος. Πιθανώς, η μοναδική διέξοδος για τη δημιουργία των προϋποθέσεων να είναι η πλήρης διαφάνεια στην αξιολόγηση και τη χρήση των φαρμάκων.

Χάριν της διαφάνειας, ας δούμε την κατανομή της δαπάνης- του 1,14 δισ. € στα 122 δημόσια νοσοκομεία της χώρας- σύμφωνα πάντα με τα δημοσιευμένα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας. Το μεγαλύτερο σε δαπάνη νοσοκομείο αγγίζει – το 2022 για φάρμακα- κοντά στα 80 εκατ. ευρώ και το μικρότερο λίγες χιλιάδες ευρώ. Δικαιολογείται αυτή η εικόνα στη βάση της δυναμικότητας των νοσοκομείων; Είναι το νοσοκομείο με τη μεγαλύτερη δαπάνη, το πρώτο και σε νοσηλευτική κίνηση;

Για μια τεκμηριωμένη απάντηση θα έπρεπε η Πολιτεία να έχει σοβαρούς μηχανισμούς συλλογής και διάθεσης των δεδομένων για το φάρμακο. Η επιστημονική κοινότητα θα μπορούσε με βάση την επεξεργασία αυτών των πληροφοριών να παράγει τεκμηριωμένες απαντήσεις. Δυστυχώς, έως σήμερα η Πολιτεία επιδεικνύει μια έντονη απροθυμία να συλλέξει, πολλώ δε μάλλον να διαθέσει, αυτές τις πληροφορίες. Μια απροθυμία σαφώς ανεξήγητη διαχρονικά. Πόσο εύκολο είναι να επικαλούμαστε το εμπορικό απόρρητο ή τόσες άλλες δικαιολογίες για τους λόγους που δεν μπορούμε να πράξουμε κάτι τέτοιο, όταν οι υπόλοιπες χώρες δείχνουν το δρόμο σεβόμενες τους πολίτες τους, δημοσιοποιώντας τα δεδομένα του συστήματος υγείας τους. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Δανίας (www.medstat.dk), όπου κάθε νοσοκομείο διαθέτει σε δημόσια προβολή τις αναλώσεις του.

Εν κατακλείδι, τα ανοικτά δεδομένα για τα φάρμακα είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για τον έλεγχο της χρήσης των νέων, ακριβών φαρμάκων, έτσι ώστε να χρησιμοποιούνται μόνο εκεί που είναι απολύτως αναγκαία. Στην Ευρώπη, η συνταγογράφηση ενός φαρμάκου υψηλής τιμής αποτελεί απόφαση του γιατρού, συνεπικουρούμενου όμως και από άλλες ειδικότητες επιστημόνων υγείας.

Αν στο πρώτο διάγραμμα προσθέσουμε και το κόστος φαρμάκου ανά ημέρα νοσηλείας, θα περιμέναμε ότι η τιμή είναι σχεδόν παρόμοια -τουλάχιστον για τα Γενικά Νοσοκομεία- κάτι που δεν προκύπτει από το δεύτερο διάγραμμα».