Στην αξία της καινοτομίας για τους ασθενείς και την κοινωνία και την ανάγκη για ένα νέο μοντέλο υγειονομικής περίθαλψης που θα βασίζεται στη βιώσιμη και αποδοτική χρήση των διαθέσιμων πόρων, αναφέρθηκαν η Agata Jakoncic, Managing Director MSD Ελλάδος, Κύπρου και Μάλτας και ο Boris Azais, Director Public Policy Europe της MSD, κατά τη διάρκεια του 1st SfEE Summit του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ).

Η Agata Jakoncic, Αντιπρόεδρος ΣΦΕΕ και Αναπληρωματική υπεύθυνη Επιστημονικών Θεμάτων και Κλινικών Μελετών, συμμετέχοντας στο πάνελ με θέμα «Pharma’s (R)evolution, what’s next and what value it brings» επικεντρώθηκε στην αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας για τους ασθενείς, τα Συστήματα Υγείας και την κοινωνία. «Η πραγματική αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας διαφέρει από την έννοια του κόστους, στην οποία επικεντρώνεται ο δημόσιος διάλογος, αρκεί να σκεφτούμε ότι η πενταετής επιβίωση έχει αυξηθεί κατά 39% τις τελευταίες δεκαετίες σε διάφορους τύπους καρκίνων με το 73% του οφέλους επιβίωσης να αποδίδεται στην θεραπευτική πρόοδο που έχει συντελεστεί, συμπεριλαμβανομένων των καινοτόμων φαρμάκων. Παράλληλα, το παγκόσμιο ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 12 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2040, μια αύξηση της τάξης του 8% εάν καταφέρουμε να έχουμε λιγότερη νοσηρότητα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα του ανθρώπινου δυναμικού», ανέφερε χαρακτηριστικά η κυρία Jakoncic.

 

Και συνέχισε λέγοντας ότι, «έχουμε πολλά ακόμη να περιμένουμε στο εγγύς μέλλον. Ένα ευρύ φάσμα τεχνολογικών εφαρμογών, όπως η Τηλεϊατρική, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι συσκευές απομακρυσμένης παρακολούθησης των ασθενών, θα επιφέρουν καταλυτικές αλλαγές στην φροντίδα υγείας. Είναι όμως τα συστήματα υγείας, όπως το ελληνικό, έτοιμα να ενσωματώσουν τέτοιες καινοτομίες;».

Ο Boris Azais, Director, Public Policy Europe, MSD, συμμετέχοντας στο πάνελ με θέμα “Towards the establishment of a value-based healthcare model” -μεταξύ άλλων- ανέφερε ότι «όλα τα Συστήματα Υγείας στην Ευρώπη είναι αντιμέτωπα με δύο μείζονα προβλήματα: αφενός με τη δημογραφική γήρανση, αφετέρου τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους. Συνεπώς, το κύριο ζήτημα είναι πώς θα διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα των συστημάτων Υγείας και θα τα κάνουμε ανθεκτικά στις προκλήσεις του μέλλοντος. Χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο φροντίδας Υγείας που θα βασίζεται στην αξία (value-based), θα εστιάζει στην πρόληψη κατά κύριο λόγο και έπειτα στη θεραπεία των ασθενειών. Αυτό συνεπάγεται αλλαγή νοοτροπίας. Να πάψουμε να σκεφτόμαστε την Υγεία ως κόστος αλλά ως επένδυση».

 

Και εξήγησε πως «για να αποκτήσουμε το νέο αυτό μοντέλο φροντίδας Υγείας, πρέπει να γνωρίσουμε τι αποφέρει κάθε παρέμβαση που κάνουμε στον ασθενή, την κοινωνία και εν τέλει την Πολιτεία. Χρειάζεται να τιμολογούμε τα φαρμακευτικά σκευάσματα με βάση την αξία τους και αυτό στο Ελληνικό σύστημα υγείας σημαίνει την εφαρμογή οριζόντων μέτρων μείωσης των τιμών και των υποχρεωτικών επιστροφών. Χρειάζεται να αποζημιώνουμε τα φαρμακευτικά προϊόντα ανάλογα με την θεραπευτική τους αξία και την οικονομική τους αποδοτικότητα. Και μιλώντας για την Ελλάδα θα έλεγα πως έχει ήδη αρχίσει να κάνει σημαντικά βήματα στη διαδρομή προς την ‘value-based’ φροντίδα Υγείας με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας (ΗΤΑ). Ωστόσο, υπάρχουν προκλήσεις που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν, όπως ο μηχανισμός αυτόματων επιστροφών που κινείται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτό που ορίζεται ως value-based υγειονομική περίθαλψη».