Η υπό-παραλλαγή B.1.617.2. του κορονοϊού και γιατί ανησυχούν οι επιστήμονες

Mία νέα μετάλλαξη η οποία έχει εντοπιστεί μεταξύ άλλων εντοπιστεί σε Ελβετία, Ισπανία, Γαλλία και Γερμανία θα μας απασχολήσει σύντομα, όπως ανέφερε ο Καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, μιλώντας στο 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Λοιμώξεων. Ο καθηγητής δεν αναφέρθηκε αναλυτικά στην νέα μετάλλαξη, ωστόσο ανέφερε ότι αυξάνουν τη μεταδοτικότητα και την παθογονικότητα, μειώνουν την αποτελεσματικότητα των μέτρων δημόσιας υγείας ή ακόμη και την αξιοπιστία των διαθέσιμων τεστ, εμβολίων και φαρμάκων. Αναφερόμενος εν γένει στην εξέλιξη του ιού, ο καθηγητής ανέφερε ότι ο κορονοϊός είναι εδώ και ήρθε για να μείνει και είναι πλέον απαραίτητη η ποιοτική επιτήρηση με νέα εργαλεία, ο εμβολιασμός κάθε χρόνο και η αντιμετώπιση του ιού με έξυπνα μέτρα τα οποία θα έχουν ευρεία κοινωνική αποδοχή. Σημαντικό όπλο αναμένεται να είναι και η φυσική ανοσία που θα αναπτυχθεί, η οποία πιθανόν να είναι μακράς διαρκείας.

Η υπό-παραλλαγή B.1.617.2.

Η γνωστή «ινδική μετάλλαξη» του SARS CoV-2, που ονομάζεται B.1.617, είναι μια παραλλαγή κοροναϊού που έχει παίξει μεγάλο ρόλο στο δεύτερο κύμα λοιμώξεων στην Ινδία και έχει εξαπλωθεί σε πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπάρχουν τρεις αξιοσημείωτες υπο-παραλλαγές της μετάλλαξης Β.1.617. Η πιο ανησυχητική είναι η B.1.617.2, η οποία εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην Ινδία τον Δεκέμβριο του 2020. Παρέμεινε σπάνια μέχρι τις αρχές Μαρτίου, αλλά στη συνέχεια κατάφερε να γίνει κυρίαρχη παραλλαγή, έχει εξαπλωθεί σε πολλές άλλες χώρες και αυξάνεται ραγδαία σε ορισμένες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει γίνει πιο συνηθισμένη πλέον από την B.1.1.7, αν και οι συνολικοί αριθμοί των περιπτώσεων παραμένουν χαμηλοί.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η υπό-παραλλαγή Β.1.617.2 είναι θανατηφόρα ή έχει διαφορετικά συμπτώματα από την Β.1.1.7. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τα εμβόλια μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικά έναντι αυτής της υπο-μετάλλαξης.

Μια άλλη παραλλαγή που παρακολουθούν στενά οι επιστήμονες ονομάζεται B.1.617.1 εντοπίστηκε επίσης για πρώτη φορά στην Ινδία τον Δεκέμβριο του 2020. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου οι μισές από όλες τις αναφερόμενες ακολουθίες ήταν B.1.617.1, αλλά το ποσοστό μειώθηκε τον Απρίλιο. Έχει εντοπιστεί σε πολλές άλλες χώρες, αλλά αντιπροσωπεύει μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό περιπτώσεων. Έχει ονομαστεί «Ινδική διπλή μετάλλαξη», αλλά αυτός ο όρος είναι παραπλανητικός καθώς το στέλεχος φέρει περίπου 15 μεταλλάξεις σε σύγκριση με παλαιότερες παραλλαγές. Η ονομασία «διπλή μετάλλαξη» αναφέρεται στο γεγονός ότι έχει δύο μεταλλάξεις που προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στην εξωτερική ακίδα πρωτεΐνης του ιού. Αυτές οι δύο μεταλλάξεις, γνωστές ως L452R και E484Q, ενδέχεται να κάνουν τα αντισώματα σε παλαιότερες παραλλαγές ή τα υπάρχοντα εμβόλια πολύ λιγότερο αποτελεσματικά, αλλά αυτό δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί οριστικά.

Νέες μελέτες για τις μεταλλάξεις SARS-CoV-2: Η αντοχή τους απέναντι στα εμβόλια

 

Η πανδημία CΟVID-19 έχει αδιαμφισβήτητα εκτεταμένες επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο και ο ιός SARS-CoV-2 συνεχίζει να μεταδίδεται και να εξαπλώνεται. Θεραπείες που βασίζονται στην χορήγηση ενός μονοκλωνικού αντισώματος ή συνδυασμών μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι πρωτεϊνών του ιού έχουν λάβει άδεια χρήσης έκτακτης ανάγκης, ενώ περισσότερες θεραπείες βρίσκονται υπό ανάπτυξη. Ακόμα, είναι διαθέσιμα εμβόλια με ιδιαιτέρα υψηλή δραστικότητα, συμπεριλαμβανομένων δύο που περιέχουν mRNA με αποτελεσματικότητά  περίπου 95% ενάντια στην COVID-19. Τα εμβόλια  που βασίζονται σε  ιϊκό φορέα  περιέχουν επίσης γενετική πληροφορία του ιού SARS-CoV-2 και λόγω του χαμηλού κόστους και της ευκολίας συντήρησης πιθανότητα θα αποτελέσουν τα εμβόλια εκλογής για τον εμβολιασμό στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι Καθηγητές του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνιος Κολοκούρης, Ευστάθιος Καστρίτης, Ευάγγελος Τέρπος και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) και οι διδακτορικές φοιτήτριες Ε. Τζωρτζίνη, Μ. Σταμπέλου, Μ. Σταμπολάκη παρουσιάζουν πρόσφατα δεδομένα σχετικά με το θέμα αυτό.

Όμως, όλες αυτές οι παρεμβάσεις αναπτύχθηκαν εναντίον του αρχικού στελέχους του ιού SARS-CoV-2 (στέλεχος άγριου τύπου) που εμφανίστηκε το 2019. Η πρόσφατη ανίχνευση των μεταλλαγμένων στελεχών (παραλλαγών) του ιού SARS-CoV-2, όπως η B.1.1.7 στο Ηνωμένο Βασίλειο και η B.1.351 στη Νότια Αφρική,  προκαλεί ανησυχία λόγω της πιθανά ευκολότερης μετάδοσής τους λόγω των πολλαπλών μεταλλάξεων που φέρουν τα στελέχη στην πρωτεΐνη-ακίδα (spike protein, SP). Έτσι, η μετάδοση του SARS-CoV-2 είναι ακόμη ανεξέλεγκτη σε πολλά μέρη του κόσμου και ο έλεγχος της είναι πιο δύσκολος σε περιοχές όπου επικρατεί το στέλεχος Β.1.1.7 το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο δυναμικό διασποράς, το οποίο  μέχρι στιγμής έχει εντοπιστεί σε τουλάχιστον 94 χώρες. Επιπλέον, οι πρώτες μελέτες δείχνουν ότι μεταλλάξεις του στελέχους Β.1.1.7 μπορεί να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Συγκεκριμένα, στην μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature τον Μάϊο 2021 με τίτλο “Antibody Resistance of SARS-CoV-2 Variants B.1.351 and B.1.1.7.” αναδεικνύεται  ότι το στέλεχος B.1.1.7 είναι ανθεκτικό στα περισσότερα μονοκλωνικά αντισώματα και σχετικά ανθεκτικό σε κάποια από τα υπόλοιπα μονοκλωνικά αντισώματα που δρουν μέσω σύνδεσης τους στη Ν-τελική περιοχή της πρωτεΐνης-ακίδας. Η ανθεκτικότητα οφείλεται κυρίως στην μετάλλαξη E484K στην πρωτεΐνη-ακίδα στο στέλεχος B.1.1.7 συγκριτικά με τον ιό άγριου τύπου.

Φαίνεται επίσης ότι το στέλεχος B.1.1.7 είναι σχετικά ανθεκτικό και στο πλάσμα από άτομα που έχουν νοσήσει και αναρρώσει από τον αρχικό («άγριο τύπο») του ιού SARS-CoV-2 (πρώτο εξάμηνο 2020) ή από τον ορό ατόμων που έχουν εμβολιαστεί ενάντια στον SARS-CoV-2.

Σε σύγκριση με τον «άγριο τύπο» SARS-CoV-2, το στέλεχος B.1.351 είναι σημαντικά πιο ανθεκτικό στο πλάσμα ασθενών που έχουν αναρρώσει (9.4-φορές) και στον ορό από άτομα που έχουν εμβολιαστεί (10.3-12.4 φορές). Το στέλεχος B.1.351 και τα επερχόμενα στελέχη με παρόμοιες μεταλλάξεις στην πρωτεΐνη-ακίδα θέτουν νέες προκλήσεις για τις θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα και απειλούν την αποτελεσματικότητα των σημερινών εμβολίων.

Σε άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature τον Μάϊο 2021 με τίτλο ‘’Sensitivity of SARS-CoV-2 B.1.1.7 to mRNA vaccine-elicited antibodies’’ μελετήθηκε η  ανοσία που παρουσιάζουν άνθρωποι που έχουν εμβολιαστεί με εμβόλιο mRNA (ΒΝΤ162b2) της εταιρείας Pfizer-BioNtech, στις νέες μεταλλάξεις του ιού.

Συγκεκριμένα, μετρήθηκαν τα επίπεδα των εξουδετερωτικών  αντισωμάτων μετά την πρώτη και δεύτερη ανοσοποίηση (δόσεις εμβολιασμού) χρησιμοποιώντας σαν στόχους ψευδοϊούς που εκφράζουν (α) την πρωτεΐνη ακίδα (spike protein, SP) από ιό «άγριου τύπου» δηλ. του αρχικού στελέχους του ιού SARS-CoV-2 που εμφανίστηκε το 2019 ή (β) την μεταλλαγμένη πρωτεΐνη-ακίδα που έχει οκτώ αλλαγές αμινοξέων στον μεταλλαγμένο ιό Β.1.1.7 που εμφανίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο ορός αίματος από τα άτομα που έλαβαν το εμβόλιο ΒΝΤ162b2 παρουσίαζε ένα ευρύ φάσμα τίτλων αντισωμάτων που εξουδετερώνουν  τους ψευδοϊούς SARS-CoV-2 «αγρίου τύπου». Όμως, ο ορός αίματος μετά από εμβολιασμό βρέθηκε να έχει σχετικά ελαττωμένη δραστικότητα έναντι ψευδοϊών SARS-CoV-2 Β.1.1.7.  Αυτή η ελάττωση της δραστικότητας  ήταν επίσης εμφανής με τον ορό από ασθενείς που είχαν αναρρώσει από τη COVID-19 «άγριου τύπου» (πρώτο εξάμηνο 2020) έναντι  των  ψευδοϊών SARS-CoV-2 Β.1.1.7

Μειωμένη εξουδετέρωση του στελέχους Β.1.1.7 παρατηρήθηκε και για τα μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν το αμινοτελικό άκρο της πρωτεΐνης-ακίδας (9 στους 10 εθελοντές) και την περιοχή πρόσδεσης στον υποδοχέα  ACE2 (5 στους 31 εθελοντές), άλλα όχι για τα μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν το αμινοτελικό άκρο της SP άλλα σε τμήμα της ακίδας εκτός της περιοχής σύνδεσης με τον υποδοχέα.

Επιπλέον, μια νέα μετάλλαξη στην πρωτεΐνη-ακίδα, η μετάλλαξη  Ε484Κ στο  στέλεχος  Β.1.1.7 οδήγησε στην ανάπτυξη ενός νέου στελέχους (VOC 202102/02). Το νέο αυτό στέλεχος δημιουργεί μεγάλη ανησυχία διότι φαίνεται ότι  οδηγεί σε μια πιο σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητας του τρέχοντος εμβολίου Pfizer-BioNtech (BNT162b2) και των μονοκλωνικών αντισωμάτων (19 στους 31 ασθενείς). Επομένως το στέλεχος Β.1.1.7 αποτελεί πιθανή απειλή για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου BNT162b2.