Επιστροφή των υγειονομικών που είναι σε αναστολή εργασίας

Τη δέσμευση του Υπουργού Υγείας ότι δεν θα προχωρήσει σε απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών ζητά ο τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέας Ξανθός, καθώς και 54 βουλευτές του κόμματος σε ερώτηση που κατατέθηκε χθες.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο της ερώτησης , από την 1η Σεπτεμβρίου 2021 που τέθηκε σε ισχύ η διάταξη για την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού των υγειονομικών, , περίπου 7000  εργαζόμενοι στο ΕΣΥ τέθηκαν σε αναστολή εργασίας, σε μια συγκυρία αυξημένων αναγκών στελέχωσης των δημόσιων δομών λόγω της εξελισσόμενης υγειονομικής κρίσης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, μαζί με τις αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης, τις παραιτήσεις επικουρικών αλλά και μόνιμων γιατρών και την καραντίνα όσων νοσούν, να δίνει σήμερα το ΕΣΥ τη μάχη του 5ου επιδημικού κύματος με πολύ λιγότερες δυνάμεις από τις προηγούμενες φάσεις (λείπουν αθροιστικά πάνω από 10.000 εργαζόμενοι σε σχέση με πριν 1 χρόνο).   Οι βουλευτές τονίζουν ότι η κυβέρνηση  και το Υπουργείο Υγείας, επιμένουν στη γραμμή της στοχοποίησης των ανεμβολίαστων υγειονομικών ως το μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας της χώρας. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση, επειδή δεν έχει τοπολιτικό θάρρος να αναγνωρίσει την τραγική αποτυχία της στη διαχείριση, εμμένει σε μια ακραία επιλογή τιμωρητικότητας και κοινωνικής αγριότητας, που δυναμιτίζει το εργασιακό κλίμα στο ΕΣΥ και υπονομεύει ακόμα περισσότερο τις αντοχές του. Ο Υπουργός ερωτάται εάν θα αναστείλει επικαλούμενος το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, την εφαρμογή του ν.4820/2021 και θα διασφαλίσει την άμεση επιστροφή όλου του προσωπικού  του ΕΣΥ που είναι σε αναστολή εργασίας και εάν θα δεσμευτεί ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε οριστική απόλυση κανενός εργαζόμενου, μόνιμου ή συμβασιούχου, από τις δημόσιες δομές υγείας μετά τις 31/3/2022.

Η τρίτη δόση εμβολίου προλαμβάνει τον θάνατο κατά 95% και την εισαγωγή σε νοσοκομείο κατά 90%

Σε δεδομένα μελετών σχετικά  τη χορήγηση της 3ης δόσης εμβολίου και την επίδρασή της σχετικά με τη λοίμωξη από την παραλλαγή Όμικρον και την αποτελεσματικότητα ως προς τις εισαγωγές στο νοσοκομείο και τη σοβαρή νόσο και τον θάνατο, αναφέρθηκε κατά τη χθεσινή ενημέρωση του Υπουργείου η πρόεδρος της Επιτροπής Εμβολιασμών, Μαρία Θεοδωρίδου. Σύμφωνα με την ανασκόπηση που έχει γίνει από τον Καθηγητή Μοριακής Ιατρικής, Eric Topol η αποτελεσματικότητα της 3ης δόσης ως προς τη μείωση των λοιμώξεων, είναι της τάξεως του 50%. Μελέτη από το UK Health Security Agency σχετικά με τη θνητότητα έδειξε ότι χορήγηση της 3ης δόσης προλαμβάνει το θάνατο σε ποσοστό 95%, μετά από δύο εβδομάδες, ενώ αντίστοιχα με δύο δόσεις εμβολίου, μετά από 25 εβδομάδες, το ποσοστό είναι 59%. Η αποτελεσματικότητα για την εισαγωγή στο νοσοκομείο αποτυπώνεται από τρεις διαφορετικές μελέτες από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Νότια Καλιφόρνια και από το CDC. Σύμφωνα με αυτές τις μελέτες η μείωση των εισαγωγών στο νοσοκομείο με δυο δόσεις, μετά από 4- 6 μήνες, είναι της τάξεως του 44% έως 68%, ενώ με τρεις δόσεις εμβολίου η αποτελεσματικότητα κυμαίνεται από 83% έως 90% και μάλιστα με διάρκεια πέραν των τριών μηνών.

Αναφερόμενη στο φαινόμενο του long covid και τη σχέση του με τον εμβολιασμό, η κ Θεοδωρίδου επικαλούμενη καταγραφή που έχει γίνει στην Αγγλία, σημείωσε, ότι άτομα τα οποία έχουν εμβολιαστεί κατά της Covid με δύο δόσεις έχουν κατά 50% μικρότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν αυτό το σύνδρομο.

 

Ασφαλή τα εμβόλια κατά της covid-19 σε άτομα με ρευματικές και μυοσκελετικές νόσους

Τα αποτελέσματα  του COVAX Registry της EULAR έδειξαν ότι η πλειοψηφία των ατόμων με φλεγμονώδεις RMDs ανέχεται καλά το COVID εμβόλιο, καθώς δεν παρατηρήθηκε διαφορά στο προφίλ ασφαλείας συγκριτικά με το αντίστοιχο στο γενικό πληθυσμό ή σε άτομα με μη φλεγμονώδεις RMDs.

Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σύντομες αντιδράσεις στην ένεση. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ζητήθηκαν επιπλέον ερωτήσεις περί ασφάλειας σε άτομα με φλεγμονώδεις RMDs ήταν η ανησυχία ότι το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου. Στην παρούσα μελέτη, μόνο το 4,4% των ατόμων εμφάνισαν έξαρση μετά το COVID εμβόλιο και μόνο το 0,6% κατηγοριοποιήθηκε ως σοβαρή. Η πλειοψηφία των ασθενών (>98%) μπόρεσαν να συνεχίσουν τη λήψη της κανονικής τους αγωγής χωρίς αλλαγές. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μελέτη παρατηρήθηκε χαμηλό ποσοστό COVID-19 λοιμώξεων στα άτομα με ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα  μετά τον πλήρη εμβολιασμό τους.

Τα ανωτέρω ευρήματα είναι πολύτιμα και θα υποστηρίξουν τις συζητήσεις σχετικά με την ασφάλεια και την αναλογία οφέλους/κινδύνου για τον COVID εμβολιασμό για άτομα με ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές θα φανούν χρήσιμες για την ανάπτυξη νέων και αναθεωρημένων συστάσεων.

Γενικά, άτομα με φλεγμονώδεις ή αυτοάνοσες ρευματικές και μυοσκελετικές νόσους (RMDs) δεν έχουν συμπεριληφθεί σε προγράμματα κλινικών δοκιμών για εμβόλια κατά της COVID-19. Το γεγονός, αυτό, είχε εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των COVID εμβολίων σε ασθενείς με φλεγμονώδεις RMDs. Το Registry COVAX επιχειρεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα και να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια του COVID εμβολιασμού σε άτομα με RMDs. Η πιο πρόσφατη δημοσίευση αποκαλύπτει δεδομένα από > 5.000 άτομα που νοσούν από διάφορες RMDs και εμβολιάστηκαν με διαφορετικά είδη COVID-19 εμβολίων. Τα ευρήματα θα καθησυχάσουν τους επαγγελματίες υγείας και τους εμβολιασμένους αλλά θα ενισχύσουν και την εμπιστοσύνη των νοσούντων στην ασφάλεια των εμβολίων.

 

Ίδια η Super ανοσία είτε προηγείται η λοίμωξη covid-19 είτε ο εμβολιασμός

Είναι γνωστό ότι άτομα που ανέρρωσαν στο παρελθόν από COVID-19 παρουσιάζουν ενισχυμένη ανοσολογική απόκριση μετά τον εμβολιασμό σε σύγκριση με άτομα ίδιας ηλικίας που δεν είχαν νοσήσει πριν τον εμβολιασμό. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται υβριδική ανοσία ή super ανοσία. Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Science Immunology, διερεύνησε το αν ισχύει και το αντίστροφο χρονικά.

Οι Καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Λίνα Πάσχου  και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) παρουσιάζουν τα κύρια σημεία της μελέτης αυτής.

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν συνολικά 104 υγειονομικοί από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον στις ΗΠΑ που εμβολιάστηκαν έναντι COVID-19. Χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: 1) 42 άτομα που εμβολιάστηκαν και  δεν νόσησαν ποτέ από COVID-19, 2) 31 άτομα που παρουσίασαν COVID-19 και εμβολιάστηκαν αργότερα, 3) 31 άτομα που νόσησαν αφού είχαν πρώτα εμβολιαστεί. Από τους συμμετέχοντες, 96 έκαναν το εμβόλιο Pfizer, 6 το Moderna και 2 το εμβόλιο Johnson & Johnson. Οι ερευνητές συνέκριναν τις ανοσολογικές αποκρίσεις των συμμετεχόντων με ειδικές εργαστηριακές μετρήσεις εξουδετερωτικών αντισωμάτων.

Τα μέσα επίπεδα αντισωμάτων ανευρέθηκαν 3,6 φορές υψηλότερα στις υβριδικές ανοσολογικές ομάδες σε σύγκριση με την ομάδα που εμβολιάστηκε μόνο. Πρόκειται για πολύ σημαντική εργαστηριακή διαφορά με βέβαιες κλινικές προεκτάσεις σχετικά με την προστασία έναντι του κορωνοϊού. Δεν βρέθηκε όμως διαφορά στις ανοσολογικές αποκρίσεις μεταξύ των δύο υβριδικών ομάδων, δηλαδή διαφορά που να προκύπτει από τη χρονικότητα των γεγονότων της λοίμωξης και του εμβολιασμού. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ενώ η αυξημένη ηλικία συσχετίζεται αρνητικά με τα επιπέδα αντισωμάτων μετά από εμβολιασμό μόνο, δεν βρέθηκε τέτοια συσχέτιση στις άλλες δύο ομάδες.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής καταδεικνύουν ότι η πρόσθετη έκθεση σε αντιγόνα του κορονοϊού κατά τη φυσική λοίμωξη ενισχύει ουσιαστικά την ποσότητα, την ποιότητα και το εύρος της χυμικής ανοσολογικής απόκρισης, ανεξάρτητα από το εάν συμβαίνει πριν ή μετά τον εμβολιασμό. Φυσικά, ο εμβολιασμός προστατεύει από σοβαρή νόσηση και θάνατο, οπότε είναι σαφές ότι είναι ασφαλέστερο για όλους να εμβολιάζονται έγκαιρα.