Ελπιδοφόρα είναι τα δεδομένα πενταετούς διάμεσης παρακολούθησης από τη μελέτη Φάσης 2bKEYNOTE-942/mRNA-4157-P201 που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, καθώς δείχνουν ότι, ο συνδυασμός intismeranautogene (mRNA-4157 ή V940), μια υπό διερεύνηση εξατομικευμένη νεοαντιγονική θεραπεία (INT) βασισμένη σε mRNA, σε συνδυασμό με το pembrolizumab (πεμπρολιζουμάμπη), σε ασθενείς με μελάνωμα υψηλού κινδύνου (στάδιο III/IV), μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου κατά 49%.
Περισσότερα δεδομένα από τη μελέτη αναμένεται να παρουσιαστούν σε προσεχές ιατρικό συνέδριο.
Το μελάνωμα, η πιο σοβαρή μορφή καρκίνου του δέρματος, χαρακτηρίζεται από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κυττάρων που παράγουν τη χρωστική ουσία του δέρματος. Τα ποσοστά εμφάνισης του μελανώματος αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες, με περισσότερα από 330.000 νέα περιστατικά να διαγιγνώσκονται παγκοσμίως το 2022. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο καρκίνος του δέρματος συγκαταλέγεται στους συχνότερους τύπους καρκίνου που διαγιγνώσκονται, ενώ το μελάνωμα ευθύνεται για τη μεγάλη πλειονότητα των θανάτων από καρκίνο του δέρματος. Εκτιμάται ότι το 2025 διαγνώστηκαν περισσότερα από 100.000 νέα περιστατικά μελανώματος και καταγράφηκαν πάνω από 8.000 θάνατοι από τη νόσο στις ΗΠΑ. Για πολλούς ασθενείς με μελάνωμα σταδίου III/IV, ο κίνδυνος υποτροπής μετά τη χειρουργική επέμβαση παραμένει σημαντικός. Συνεπώς τα δεδομένα της πενταετούς παρακολούθησης είναι ενθαρρυντικά για τη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών. Η KEYNOTE-942 είναι μια συνεχιζόμενη, τυχαιοποιημένη, ανοικτού τύπου μελέτη Φάσης 2b, στην οποία εντάχθηκαν 157 ασθενείς με μελάνωμα υψηλού κινδύνου σταδίου III/IV. Μετά από πλήρη χειρουργική εξαίρεση, οι ασθενείς κατανεμήθηκαν σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν intismeranautogene (1 mg κάθε τρεις εβδομάδες για 9 δόσεις) σε συνδυασμό με pembrolizumab (200 mg κάθε τρεις εβδομάδες έως 18 κύκλους [περίπου για ένα έτος]) έναντι μονοθεραπείας με pembrolizumab για περίπου ένα έτος ή έως την υποτροπή της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς υποτροπή (RFS), η οποία ορίζεται ως ο χρόνος από την πρώτη δόση του pembrolizumab έως την ημερομηνία της πρώτης υποτροπής (τοπικής, περιοχικής ή απομακρυσμένης μετάστασης), την εμφάνιση νέου πρωτοπαθούς μελανώματος ή τον θάνατο από οποιαδήποτε αιτία στον πληθυσμό με πρόθεση για θεραπεία (intention-to-treat).
